.

.
.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Το ξέρω που μετράτε τη βούκα μου!




- Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω! 
- Κι εγώ κοπέλα μου, μεγάλη χαρά μ' έδωκε η γνωριμία μας! Η Σουλτάνα μας έχει πει τα καλύτερα λόγια για σένα και πολύ ήθελε να σε διει ξανά. Ήταν ευκαιρία να σε γνωρίσουμε κι εμείς για! Καλά έκανε που είπε την Άνθω να σε τελεφωνήσει για να 'ρτεις να σε διούμε!

Η Σουλτάνα έσκυψε στο αυτί της Μυρτώς, τάχα να της φτιάξει μια μπούκλα. 
- Σιγά που θα 'χανες το νούμερο τη Λαμπρινή! Είδες διαφορά με τη Ζωίτσα; Μια ξερή καλησπέρα σε είπε και σε τρώει με τα μάτια της, διε πως σε κοιτάει! Φτου, φτου, σκόρδα!
Περιεργαζόταν χωρίς ίχνος διακριτικότητας. Ήταν ακριβώς όπως την είχαν περιγράψει, με τα μαλλιά τραβηγμένα σε αυστηρό κότσο, τα χείλη σφιγμένα και τα μάτια μοχθηρά. 
Η Μυρτώ, προσπάθησε να την πλησιάσει ευγενικά, κάνοντας ότι δεν καταλαβαίνει.
- Κυρία Λαμπρινή, τι ωραίο σώμα που έχετε, όπως μου τα είχαν πει, είστε πολύ κομψή! Κάνετε δίαιτα ή είστε έτσι εκ φύσεως; 
- Λεπτή πάντοτε ήμουνα, είναι το σκαρί μου έτσι. Αμά, προσέχω κιόλας από παιδάκι τι τρώω, δεν είμαι φαγάνα όπως άλλες που όλη μέρα δε σταματάει να μασουλάει ο στόμας τους! Φρούτα πολλά τρώγω και όσπρια που με αρέσουνε. Τα πολλά φαγιά, φέρνουνε και τα πάχυτα και τις αρρώστιες. Λες και μόνο τα κρέατα είναι, δεν υπάρχουνε άλλα πράματα να ψήσεις. Και την αδερφή μου τα λέω και τη νύφη μου τα λέω, που όλο βλαβερά τρώνε, να που δε μπορούνε τώρα! Εξετάσες πάνε και κάμνουνε κι όλο χοληστερίνες και τέτοια είναι. Αμά, όταν μιλώ, κακιά γίνουμαι, ας πίνουνε χάπια τώρα και να τρέχουνε συνέχεια στις γιατροί!
Ζωίτσα και Σουλτάνα, κοιτάχτηκαν γελώντας. 
- Λαμπρινή, τότε γιατί τα τρως όποτε έρχεσαι στα σπίτια μας, ε; Για ν' αρρωστήσεις κι εσύ; Ό,τι και να σε βγάλουμε, κάμεις στην αρχή τη δύσκολη και στο τέλος τα κάνεις να!
- Το ξέρω που μετράτε τη βούκα μου! Αμά, άλλη φορά δεν ξανατρώγω τίποτες στα σπίτια σας! Ακούς εκεί πράματα! Να μην έρχουμαι καλύτερα, αυτή είναι η ουσία!
- Ποιος μετρά τη βούκα σου και ποιος σε διώχνει μπρε συ; Με τα μπουρίνια σου είσαι πάλι, που είπαμε να 'ρτουμε μια, να διούμε την Άνθω; Αμάν πια! Τα τζιέρια μας έπρηξες, όλο παραξήγηση είσαι μπρε χριστιανή μου!

Σουλτάνα, Ανθούλα και Μυρτώ, χαχάνιζαν στην κουζίνα με τα καμώματα της τζαναμπέτας. 
- Έτσι τα κάνει η τρελή, μια ζωή. Παραξηγιέται, κρατεί μούτρα και δεν έρχεται, μετά την περνάει και χτυπά την πόρτα. Αυτό το ζούμε όλοι με δαύτηνα!
- Κυρία Σουλτάνα, δεν παρακαλάς να κρατήσει η τσατίλα της κάμποσες μέρες; Ας έρθει να σου χτυπήσει όταν θα είσαι στην εκδρομή. Όταν με το καλό γυρίσεις, θα έχεις τη δικαιολογία, ότι είχε θυμώσει και δεν ερχόταν, αλλιώς θα της το έλεγες! Δεν είναι καλή ιδέα;
- Μπρε τζιέρι μου, χίλια χρόνια να ζήσεις, δίκιο έχεις για! Απέ το μυαλό μου δεν επέρασε αυτό το πράμα! Έτσι θα γένει, σε μένα και την αδερφή της δε θα πατήσει, άλλοι θα την λουστούνε! Χα χα χα χα! Τι καλά που θύμωσε! Πρώτη φορά χαίρουμαι τόσο πολύ που την έπιασε η αναποδιά της! Άνθω, καλά που ήρτε το κορίτσι, γούρι μ' έφερε!

Έλαμψε το πρόσωπό της από χαρά και η Λαμπρινή όσο την έβλεπε φούντωνε. Οι πιατέλες ζεστές, στρώθηκαν στο τραπέζι κι εκείνη κοιτούσε τους μεζέδες περιφρονητικά. 
Η Ανθούλα, της γέμισε το ποτήρι με κρύα μπύρα, αφού εκείνη χέρι δεν άπλωνε. Κάρφωσε ένα μπουρεκάκι με το πιρούνι και της το πρόσφερε. 
- Πάρε, Λαμπρινίτσα, τώρα που είναι ζεστά. Έλα μπρε, μη ντρέπεσαι, ξένη είμαι εγώ για;
- Δε θέλω σε είπα! 
- Πάρε κάτι μπρε, πες με τι σε αρέσει; Να σε δώκω λουκάνικο ή μπα και θες συκωτάκι; Τσίμπα το με δυο πατατούλες, έλα! 
Πείσμα η Λαμπρινή! Έπινε με μικρές γουλιές τη μπύρα και παρακολουθούσε τις άλλες τέσσερις που είχαν πάρει τα πιρούνια τους φωτιά. Η Σουλτάνα, μπουκωμένη ταυτόχρονα με συκώτι, τυρί και πατάτες, σχολίαζε μέσα απ' τα δόντια της.
- Μετά λέει που εμείς μετρούμε τη βούκα της. Στο λαιμό θα μας κάτσουνε, διε πως μας κοιτάει! 
- Πάρε κομματάκι τυράκι τουλάχιστον μπρε Λαμπρινή, με ντομάτα κι αγγούρι θα πίνεις τη μπύρα για; Μη με στεναχωράς, έλα και κομμάτι συκωτάκι, τώρα το τηγάνισα, ζεστούτσικο είναι! Δε σε αρέσουνε τα τζιέρια;

Έλιωνε στο στόμα το λεπτοκομμένο συκωτάκι. Από το προηγούμενο βράδυ, αφού το είχε πλύνει κι είχε βγάλει τη μεμβράνη του, το στέγνωσε και το έβαλε σε μπολ με ξίδι στο ψυγείο.
Μια ώρα πριν το τηγανίσει, το ξέπλενε καλά και το έβαζε στο τρυπητό να στραγγίξουν τα υγρά του. Μετά το σκούπιζε, το αλεύρωνε ελαφρά και το τηγάνιζε στο καυτό βούτυρο. Το πασπάλιζε με αλατοπίπερο, ρίγανη, λεμόνι. Το έκοβες και ήταν καλοψημένο, νόστιμο, χωρίς τη χαρακτηριστική μυρωδιά. Για την περίσταση, η Ανθούλα το σέρβιρε σε μέγεθος μπουκιάς.
Η Ζωίτσα, έτρωγε το τρίτο κομμάτι. 
- Άνθω, θα σε πω πως το έφτιαχνε πολλές φορές η σχωρεμένη η πεθερά μου, για μεζέ! Μέσα στους κιοφτέδες το έκλεινε, με κομματάκι κεφαλοτύρι και τις τηγάνιζε. Άμα το δοκιμάσεις, θα με πεις!
Η κουβέντα συνεχίστηκε γύρω από τα φαγητά. Αρνάκι με πατάτες έψησε η Ζωίτσα, γιουβέτσι η Σουλτάνα, τα Κυριακάτικα φαγάκια ήταν πάντα με κρέας. Η Λαμπρινή δε μίλησε. 
- Εσύ, τι καλό έψησες σήμερα Λαμπρινή;
- Φασολάκια, που βρήκα φρέσκα και ωραία στη λαϊκή! Όλο κρέατα, τα βαρέθηκα πια, τα λαδερά πιο πολύ τα νοστιμεύομαι!
Η Σουλτάνα κρατούσε τα γέλια της. Και πότε έψησε κρέας στο σπίτι της, για να ψήσει και σήμερα; Πήγαινε στη λαϊκή αργά, την ώρα που οι αγρότες τα μάζευαν, για να τα πάρει πιο φτηνά. Την έλιωνε η ζέστη κατακαλόκαιρο, αλλά αν δεν απογευμάτιαζε σχεδόν, το σπίτι δεν την έβλεπε. Η κουβέντα έφτασε στη Ζαφείρα.
- Τους έλεγα για τη σχωρεμένη, τι καλή γυναίκα που ήτουνε. Η Χαρίκλεια πάλι, πολύ τυραγνίστηκε η καημένη... Μπρε Λαμπρινή, πε για τα ενθύμια που σε άφηκε! 
- Καλές ήτουνε... Αμά, όλοι οι καλοί φεύγουνε, τι να πεις; Μείσκουνε οι παλιαθρώποι να βασανίζουνε τον κόσμο, έτσι είναι η ζωή... Ρουχισμό και μπακίρια, της αξίας πράματα με δώκανε για να τις θυμούμαι.
Η Ζαφείρα, ιδιότροπη και κουραστική ώρες ώρες, μ' έσκαζε, ήτουνε πολύ παράξενη με τα φαγιά. Απέ το μανάβη πρωί πρωί ήπρεπε να αγοραστούνε τα ζαρζαβάτια και τα φρούτα, πριν βγάλει όξω τα καφάσια, μη και τα εύρη ο ήλιος και τα μαραζώσει. Μη κι έβλεπε τίποτις κιτρινισμένο σε χόρτο ή μαρούλι, πα πα πα! Αμά, την φταίγανε κι οι χασάπηδοι άμα δεν την άρεζε το κρέας ή ο κιμάς. Να τα βάλει στον στόμα της αδύνατον! Και μ' έλεγε που με δώκανε τις κατιμάδες και να τα δώκω στις σκύλοι και τις γάτες, διέτε πράματα! Την έλεγα τρελάθηκες μπρε, τι έχει το κρέας και θα το ρίξω στα χαϊβάνια; Φάτο εσύ τότες, η απάντηση... Γιόμιζε η κατάψυξή μου με του κόσμου τα κρέατα, παγάκια δεν  ηχωρούσανε μέσα! Όλα τα χασαπιά είχα γυρίσει, αμά πουθενά δεν την άρεζε!
Σαν τις Πολίτες τις χασάπηδοι, δεν έχει εδώ, φώναζε. Ο κιμάς ψιλά κομμένος πρέπει να είναι, η όρνιθα με τα τζιέρια της μέσα, όχι αδειανή κοιλιά! Το αρνί με τη μπόλια του, όχι έτσι ξεπετσωμένο που το δίνουνε!

Μαλλιά κουβάρια είχε γίνει με το γειτονικό κρεοπώλη η Ζαφείρα. Αποφάσισε μια μέρα να του τα σούρει η ίδια και πήγε σιγά σιγά με τη Λαμπρινή αγκαζέ.
- Άκου, εμείς είμαστε απέ την Κωνσταντινόπολη και μαθημένοι στα κρέατα απέ τα γεννοφάσκια μας, όταν στην Ελλάδα τρώγατε τραχανά! Σε πλερώνω του κόσμου τις παράδες, για να με δίνεις τα καλύτερα, αμά εσύ εντάξει δεν είσαι! Που είναι τα τζιέρια και η μπόλια του αρνιού, για πες με; Την κρατάς για να την πουλήσεις στις Κύπριοι να τυλίζουνε τις σεφταλιές και μη με πεις όχι! Αρνί πλερωμένο χωρίς την μπόλια του, που το 'δες γραμμένο, ε; Εμείς τήνε βάνουμε στις κρεατόπιτες και στις γιομίσεις με τον κιμά που κάμνουμε και άμα ψήσουμε τζιγεροσαρμάδες*, την κρατούμε επίτηδες άμα είναι παχύ το αρνί και δεν τήνε χρειάζεται! Άμα είναι μωρό, χρονιάρικο, πάχυτα πολλά δεν έχει και το σκεπάζει να το τρυφερέψει για!
- Μα, κυρία Ζαφείρα, εδώ ξέρετε... 
- Τι εδώ με λες μπρε άθρωπε; Σάματις η όρνιθα έχει τα δικά της τα τζιέρια, ε; Αδειανή είναι για! Τα βαστάς για να τα πουλήσεις χώρια, μη με λες ξέρετε κι εδώ κι εκεί! Και τον κιμά, σε λένε δυο φορές απέ τη μηχανή να τον περνάς, όχι όμως να τήνε έχεις στουμπώσει στα λίπη και να βγαίνει άσπρος! Άμα ήτουνε έτσι, θα παίρναμε λάπα που είναι όλες οι πατσές του κει στην κοιλιά! Κι άμα σε λέμε να κόψεις και αρνίσιο, απέ τα ψαχνά του πρέπει, όχι απέ τις πέτσες του! Ποια άλλη πες με σε αφήνει τόσοι παράδες, να μας προσέξεις εσύ δεν πρέπει;



Που να τολμήσει να της φέρει αντίρρηση! Είχε μείνει με το μπαλτά στο χέρι κι απορούσε πως η αρχοντοκυρά με το γούνινο παλτό και τα χρυσαφικά τον κόλλησε στον τοίχο! Δεν τον συνέφερε φυσικά να χάσει μια από τις καλύτερες πελάτισσές του, που άφηνε γερό λογαριασμό στο μαγαζί. Σπάνια οικογένειες έτρωγαν κρέας σχεδόν καθημερινά. Η ποικιλία του κιμά από μοσχάρι, χοιρινό και αρνί, όλα από ένα κιλό πάντα, τα συγκεκριμένα κομμάτια κρέατος, τα φιλέτα, τα κοτόπουλα, του έκαναν μεγάλη εντύπωση από την πρώτη φορά. Η Λαμπρινή, δεν του γέμιζε και τόσο το μάτι λόγω της εμφάνισής της, έτσι που ήταν σαν κακομοίρα κι είχε μεγάλη περιέργεια να μάθει που πήγαιναν τόσες ποσότητες. Με τον καιρό, έμαθε ότι εργαζόταν στης κυρίας Ζαφείρας, που όμως δεν την είχε δει ποτέ. Ήξερε βέβαια, όπως όλοι στη γειτονιά, ότι είχαν έρθει από την Πόλη.
- Καλά μπρε συ, δυο ψυχές μείσκατε στο σπίτι, τόσο κρέας πότε το τρώγατε για; 
- Μα όταν μαγειρεύαμε, βάναμε τα μεγάλα τεντζερέδια και τα ταψά, τελεφωνούσε στις νυφάδες της να έρτουνε να πάρουνε φαγιά, για να τις φχαριστήσει κι αυτές και τις γιοί της. Να, οι σαρμάδες, να, οι μουσακάδες, τα μπουρέκια, τα τζιέρια σαβόρι με το δεντρολίβανο και το ξίδι, να, τα ατζέμ...
Την έλεγα, τι τα θες μπρε χριστιανή μου όλη την ώρα τόσα ψησίματα, σάματις οι νυφάδες σου νηστικοί τις αφήνουνε τις αντράδες τως;
Σώπα μ' έλεγε, δεν πειράζει, ξέρω που αγαπούνε κάποια φαγιά και θέλω να τις ευχαριστήσω όλοι. Και γλυκά πολλά εψήναμε κι ένα σωρό, κουραζούμουνα στα ανακατέματα, κείνη δεν έβλεπε καλά και με έλεγε τις δόσεις τι να βάνω στο καθετίς. Την εβδομάδα δυο φορές, ειδοποιούσε και την εκκλησία, κει που τάιζανε τις πτωχοί και φεύγανε απέ το σπίτι φορτωμένοι. Κι άμα μάθαινε για καμιά οικογένεια άπορη, δως του ρούχα και παιχνίδια στα παιδιά, χώρια το συσσίτιο κι εκεί! Η γυναίκα που ερχούτανε για τη λάτρα, μισή μέρα στο νεροχύτη ήτουνε για! Χώρια που τήνε φόρτωνε κι αυτήνανε με του κόσμου τα φαγώσιμα, τα ίδια έκαμνε και στην Πόλη για! Ήτουνε η αλήθεια πάρα πολύ της ελεημοσύνης και πάντα κρυφά, στην ψυχή της θα τα βρει...
Ενηστεύανε και τις Σαρακοστές όλες και οι δυο αδερφάδες. Χριστούγεννα, Πάσχα, Αγίων Αποστόλων, Δεκαπενταύγουστο. Και τις Τετάρτες και τις Παρασκευές ήτουνε τα όσπρια, όλο το χρόνο. Για να μεταλάβουνε, τρεις μέρες λάδι δεν έτρωγαν, αμά και διαβάζανε ένα βιβλίο που το λένε "Η Θεία Μετάληψη". Η Ζαφείρα που δεν έβλεπε, με έβανε να το διαβάζω εγώ βέβαια, θυμιάτιζα πριν κι άναβα κεριά. Ήτουνε πολύ της εκκλησίας, δεν έχανε λειτουργίες, τίποτις δεν την ξέφευγε. Τήνε πήγαινα και μια φορά εμαλώσαμε στις Χαιρετισμοί. Έπινε φάρμακα και λάδι δεν έτρωε και την ήρτε κομμάτι σαν ζάλη, άμα έπεφτε κι έσπαγε τίποτις, τι θα γινούτανε;
- Την κόρη της δεν τήνε μελέταγε καθόλου; 
- Τον πρώτο καιρό που μείσκαμε στην Πόλη, ούτε που ήξευρα για κόρη, κιχ ποτές δεν είπε. Και οι γιοί της που ερχούντουσανε, δεν την λέγανε τίποτις, μετά έμαθα που τους είχε απαγορέψει να μιλούνε για κείνηνα. Αμά, είχε ωραίο καλό πιάνο με ουρά και την λέω μια μέρα παίξε με κάτι να σε ακούσω. Με λέει κομμάτι απότομα, πιάνο εγώ δεν παίζω και πήε να ξαπλώσει. Τήνε άκουγα που στέναζε κι έκλαιγε, μιλιά όμως εγώ, τι να την έλεγα για; Δεν έβαλε ο μυαλός μου τέτοιο πράμα, λέω θα είναι που δεν καλοβλέπει και τυραγνίζεται. Μια μέρα που την διάβαζα ένα βιβλίο αισθηματικό, με είπε που άμα το κορίτσι δεν έχει τα μυαλά του, δυστυχάει στη ζωή του. Λόγο το λόγο, με είπε για τη Χαρίκλεια πρώτα και μετά με το ξεφούρνισε για τη Βούλα. Τα έχασα εγώ, δεν περίμενα τέτοιο πράμα να συμβαίνει και να έχει αδερφή και κόρη ξεγραμμένες! Βλαστήμαγε πολύ το γαμπρό και δεν ήθελε μήτε να σκέφτεται που είχε πάρει τη Βούλα. Αυτό το πράμα τήνε αρρώστησε και δεν γελάσανε τα χείλια της αμά και τα βράδια δεν ησύχαζε ποτές... Μέγας παλιάθρωπος, με τα είπε όλα που γένηκαν, με μίλησε και η Χαρίκλεια στα κρυφά βέβαια. Το τι τράβηξε, μια να τρέχει στη Θεσσαλονίκη, μια στην Αθήνα για να μάθει, μια να τόνε κυνηγάει απέ δω κι απέ κει... Κλάμα και στεναχώρια, έτσι πήε η ζωή της κι αυτηνής με τη σερσέμα την ανιψιά της!

Μιλούσε με πρόσωπο ανέκφραστο και δεν κουνούσε καθόλου τα χέρια της, τα είχε σταυρωμένα εκτός από τα μικρά διαλείμματα που έπιανε το ποτήρι με τη μπύρα. Όπως λύθηκε η γλώσσα της για τα οικογενειακά της Ζαφείρας, λύθηκε αργότερα και για τον τέως σύζυγό της στη Μυρτώ. Ότι τα έλεγε όπως ήθελε εκείνη, ήταν άλλο θέμα βέβαια!
- Ο άντρας μου, με έκανε πολλά πράματα! Όλο δώρα ητανάναι, αμά πολλά μείκανε στην Πόλη. Τα βάστηξε η πεθερά μου, η ζουλιάρα. Είχα πολύ καλό άντρα και πολύ τον στεναχώρεσε που ακολούθησα την αδερφή μου και τη νύφη μου και ήρταμε στην Ελλάδα. Τι να τον κάνω, ας ερχούτανε κι εκείνος εδώ, που όλο τη μάνα του άκουγε! Φοβούτανε πάντα μη και τον χάσει, μόλις εφύγαμε κοίταξε να μας χωρίσει η κακιά γυναίκα... Βασανίστηκε μέχρι να βγει η ψυχή της, σίγουρα.
Η Σουλτάνα μούγκρισε, η Ζωίτσα αναστέναξε και η Ανθούλα γελούσε σα χαζή. 
- Μα, παντρεύτηκε ξανά μπρε συ, έκανε κι ένα παιδάκι... 
- Άνθω, ποιος τα λέει αυτά τα πράματα, δεν ξεύρω εγώ που είμαι γυναίκα του, ε; Τόνε έριξε η μάνα του μια χήρα απέ δίπλα, που θα έσουρνε και το νόθο της, για να ξεχάσει εμένα, τη γυναίκα του! Τέτοια παλιογυναίκα ητανάνε πάντα της! Αμά, έμεικε κομμάτι μαζί της, έτσι, σαν φίλοι, για να μη τόνε γρινιάζει η μάνα του, δεν έμεισκαν μαζί, λόγια είναι αυτά του κόσμου...
- Καλέ τι λόγια με λες; Η Ειρήνη έμεικε μαζί του ίσια με τα τώρα, στο γάμο τους τρεις μέρες το γλεντούσανε! Τις προάλλες, είχε έρτει η Γιωργίτσα να με διει και πίναμε καφέ και μ' έλεγε διάφορα απέ την Πόλη. Κει απάνου στην κουβέντα με είπε και για το Θανάση που...
- Αυτά κάνεις Άνθω, ε; Μαζεύεις εδώ τη μια και την άλληνα και κουσελεύετε εμένανε και τον άντρα μου; Να χαθεί η αδικιωρισμένη, καλά τήνε είχα καταλάβει τι κακός άθρωπος είναι! Να τήνε χαίρεσαι τέτοια φιληνάδα!
- Τι λες μπρε Λαμπρινή; Έτυχε σε λέω και το έφερε η κουβέντα, τι σε φταίει η Γιωργίτσα και τήνε βρίζεις; Σαράντα χρόνια τήνε ξέρουμε, πολύ καλή γυναίκα είναι για! Στην Πόλη που μείσκαμε κοντά, πολύ μας στεκούτανε σε ό,τι πρόβλημα και να 'χαμε. Ο άντρας της ένας χρυσός άθρωπος, πες και γέλα, με το λόγο τον καλό πάντα ήτουνε. Και μεροκάματα έδινε το Γιάννη, ψωμάκι εφάγαμε απέ το χριστιανό, ρουχισμό και παιχνιδάκια στα παιδιά έπαιρνε τις μέρες τις καλές, αρνί το Πάσχα δώρο, καλής καρδιάς αθρώποι για! Όταν τόνε πήρε ο Θεός, πολύ τόνε κλάψαμε, καλύτερος κι απέ συγγενής μας στάθηκε κι η Γιωργίτσα πάντα απέ δίπλα. Επήε μετά τόσα χρόνια στην Πόλη και μ' έλεγε τα νέα απέ τότες. Κάτι θυμάται, κάτι ξεχνάει, τα λέμε και θυμούμαστε τα παλιά, να περνά η ώρα μας. Κουσέλι είναι για;

'Αφριζε η Λαμπρινή που επέμενε και δεν παραδεχόταν τίποτα. Η Μυρτώ αμήχανη, κάρφωσε τα μάτια στο φωτιστικό. Η Ανθούλα συγχύστηκε και πήγε μουρμουρίζοντας δυο πιάτα στην κουζίνα, περισσότερο για να ηρεμήσει τα τεντωμένα νεύρα της. Η καημένη η Ζωίτσα ντράπηκε πολύ, απελπισμένη έπιασε το κεφάλι της κι αναψοκοκκίνισε. Η Σουλτάνα την αγριοκοίταξε και κάτι της έσουρε στα τούρκικα μέσα απ' τα δόντια της.
Όποιος είναι υποτασικός, λίγο να καθίσει κοντά της και του ανεβάζει την πίεση στο λεπτό η  ανάποδη!





Τζιγεροσαρμάδες - Μεζές με βρασμένη συκωταριά, κομμένη σε μικρά κομμάτια, που ψήνεται με άνιθο, δυόσμο, κρεμμυδάκια και ρύζι, τυλιγμένη σε μπόλια.

14 σχόλια:

  1. και εγώ που νόμιζα οτι πάνω απο ενα ωραίο τραπέζι με ωραία καλομαγειρεμένα φαγητά, ολοι γλυκαίνουν και μερέυουν. Ομως η ξυνή, δεν καταλαβαίνει τίποτα, η κακία σε όλο της το μεγαλείο.
    καλημερούδια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα Μαράκι μου!
    Ο ανάποδος άνθρωπος, δεν καταλαβαίνει τίποτα κορίτσι μου, σου κάθεται η μπουκιά στο λαιμό αντί για γλυκύτητα και ηρεμία.
    Μακριά από μας, ξου ξου ξου!

    Φιλάκια πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Απαντήσεις
    1. Γεννιέται ο άνθρωπος, δεν αλλάζει αγάπη μου!

      Διαγραφή
  4. Αχ Παναια μου βοηθα...μακριά μας οι Λαμπρινες!!!
    πως τα γραφεις βρε παιδάκι μου και συ...μέχρι και τους Κυπριους επιστράτευσες!!!ΧΑ!ΧΑ! είσαι φοβερή!

    Καλο Σ/K Μαίρη μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Χρόνια το λέγαμε με την Ανθούλα και γελούσαμε με τη μπόλια.
    Συνήθιζα ανέκαθεν κάθε δεύτερη μέρα του Πάσχα να ψήνω παϊδάκια και σεφταλιές απαραίτητα. Τη μπόλια ή σκέπη όπως τη λέμε εμείς, φυσικά και την αγοράζουμε ιδιαίτερα, είχε δίκιο η Σουλτάνα!

    Φιλάκια, καλό Σ/Κ και σε σένα Ελενάκι μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. καλο σ/κ και σε σένα και φχαριστώ για την αφιέρωση
    ωραια αφήγηση πολύ ζωντανή , με άρεσε! χάχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ασωτάκι μου, ήξερα ότι θα σου άρεσε το τραγούδι, να 'σαι καλά πάντα
    Σε άρεσε κι η αφήγηση τζιέρι μου, ε; Πολύ χαίρομαι!

    Όμορφο βράδυ και καλή Κυριακή, όταν ξεκινήσεις εκπομπές βάλε μια φωνή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Τι όμορφα που τα γράφεις αυτή η διάλεκτο μοιάζει με την ντοπιολαλιά των παλιών Συριανών όλες γνωστές οι λέξεις μου είναι!

    Βάζε μια μικρή περίληψη να συνδέομαι την ιστορία με την προηγούμενη μετά τόσες μέρες ξεχνιόμαστε!

    Φιλιά θαλασσινά για καλό Μήνα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ζουζούκα μου γλυκιά, η διάλεκτός τους, κυρίως των Σμυρναίων, δεν διαφέρει από τους περισσότερους νησιώτες μας.

    Θες και περίληψη, ε; Χμμμμμ... υπερβολικό δεν είναι βρε Ζουζού μου;
    Θα σου πω άλλο κόλπο, διάβαζέ τα δυο τρία μαζί, να μη ξεχνιέσαι! Χαχαχαχα!

    Φιλάκια καρδούλα μου, καλό μήνα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Aχ σε βρήκε και ο ασωτάκος.... τέλεια. 5 - 5 αυξάνονται τι καλά (μη μου πείς πάλι τα ίδια.... ακούς?) Φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τον είχα βρει εγώ προ πολλού... Σιγά μη σου πω πάλι τα ίδια... ακούς; χαχαχαχαχα!!!

      Φιλάκιαααααα!!!

      Διαγραφή
  11. Δεν τη χορταίνω τη γλώσσα και τον τρόπο που γράφεις...
    και " τσιμπάω " και τη συνταγή που κρύβεις...
    Και ναι,δίκιο είχε...
    τη μπόλια πρέπει να τη ζητ΄σεις και να τη πληρώσεις χώρια...
    και τα τζιέρια,μόνο στη κότα της θειάς μου από το χωριό τα βρίσκω...
    να είσαι καλά,σαν να βλέπω μπροστά μου τη γιαγιά να μ'ορμηνεύει πώς θα κάνω το συκώτι...-:))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Καλώς την παραγωγό μας! Σου πάει το μικρόφωνο, έχεις και ωραία ραδιοφωνική φωνή, τι να λέμε τώρα!!!

    Τσίμπα κοπέλα μου, έχουν δίκιο οι παλιές όσον αφορά τις συνταγές και τα μυστικά της κουζίνας!
    Αυτό με τη μπόλια, νευριάζει πολύ κι εμένα. Όντως την πουλάνε χώρια για σεφταλιές και με τα τζιέρια το ίδιο γίνεται. Θυμάμαι παλιά, όταν αγόραζε η μητέρα μου κοτόπουλο, γέμιζε ένα πιατάκι με συκωτάκια, που τα τηγάνιζε μετά. Τώρα είναι με την κοιλιά τους άδεια, άδικο είχε η Σουλτάνα;

    Φιλάκια πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή