.

.
.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Εκείνο τον καιρό είχα πέντε!



Το τι γινόταν στο νοσοκομείο με τη Βιβή, δεν περιγράφεται! Όλες οι νοσοκόμες πάνω απ' το κεφάλι της, τους έριχνε τα χαρτιά και τον καφέ, μέχρι χαλάουα τους έκανε. 
- Καλά βρε Βιβή, μπορούσες να τη φτιάξεις και να σκύβεις χειρουργημένη; Δεν πονούσες; 
- Τις πρώτες μέρες ήταν δύσκολα, μετά που σηκωνόμουν πήγαινα στην κουζίνα αγκαζέ με την προϊσταμένη. Μου έδιναν το κατσαρολάκι κι έβαζα τα υλικά, θυμάσαι πως τη φτιάχνω; 

Έξι κουταλιές ζάχαρη, τρεις κουταλιές λεμόνι, μια κουταλιά νερό. 
Τα ανακάτευε σε σιγανή φωτιά κι όταν γινόταν σαν καραμέλα το άπλωνε ζεστό στο μάρμαρο. 
Το ζύμωνε ελαφρά με τα δάχτυλα μέχρι να σχηματιστούν ίνες και να γίνει διάφανο. 
Χλιαρό το έβαζε στο δέρμα κι όταν κρύωνε κι έπηζε το τραβούσε απότομα κι άφηνε τα πόδια βελούδινα. 
Μετά άπλωνε αμυγδαλέλαιο για να ηρεμήσει το δέρμα και να φύγει η κοκκινίλα.  

- Εκείνο τον καιρό είχα πέντε! 
- Τι πέντε θεία; 
- Γκόμενους! Ειδοποίησε η Αντιγονίτσα ότι χειρουργήθηκα επειγόντως κι έρχονταν κάθε μέρα να με δουν με σοκολατάκια, δωράκια και λουλούδια. Για να μη δει ο ένας τον άλλον, έκλεινα ραντεβού κάθε δυο ώρες, κοίταζα το ρολογάκι μου κι έλεγα φύγε τώρα γιατί θα έρθει ο αδερφός μου και δεν πρέπει να σε δει εδώ. Ό,τι μου έφερναν τα μοίραζα στις νοσοκόμες για να μη τα δει ο επόμενος και ρωτήσει ποιος στα έφερε. Στο κόλπο κι αυτές ήταν, ξέρεις πόσα τυχερά είχαν από μένα;
- Ο αδερφός σου που ήταν στην Αλεξάνδρεια, ε; 
- Ναι, δεν είχα πει σε κανέναν ότι μένω μόνο με τους θείους μου. Πάντα έβαζα και τον αδερφό στη μέση για να τους αποφεύγω όταν πήγαιναν να απλώσουν το κουλό τους παραπάνω. Όταν λέω ότι είχα πέντε, εννοείται ότι δεν άφηνα να γίνει το ανεπανόρθωτο, παντρεύτηκα σχεδόν όπως με γέννησε η μάνα μου, δεν είχα πάει στο κρεβάτι με άλλον άντρα. Όλα τα άλλα τα πλατωνικά τα έκανα αλλά μέχρι εκεί. Σκέψου ότι τους έλεγα πως μένω σε άλλη περιοχή κι ότι απλά δούλευα στην Αθήνα. Ο ένας ήξερε ότι μένω στην Καλλιθέα, ο άλλος στο Φάληρο, στον άλλο είπα Κηφισιά, σιγά μη τους έφερνα και στην πόρτα! Ανάλογα την περίπτωση, έλεγα φεύγω γιατί έχω δρόμο μπροστά μου και δε μπορώ να αργήσω, ο αδερφός μου θα με σκοτώσει! Μια χαρά τα περνούσα κι ήμουν κι από πάνω!

Βγήκε από το νοσοκομείο μια μέρα πριν επιστρέψουν οι θείοι της. Τρελάθηκαν οι άνθρωποι όταν έμαθαν τι είχε συμβεί και φώναζαν στην κόρη και τη γιαγιά γιατί δεν τους ειδοποίησαν. Ανάρρωσε σύντομα κι επέστρεψε στη δουλειά της για έξι μήνες ακόμα.Έγιναν διάφορα σ' αυτό το διάστημα, η αδερφή της ερωτεύθηκε ένα Κύπριο κι ετοιμάζονταν για το γάμο. Βιαστικός ο γαμπρός, δεν ήθελε μακροχρόνιους αρραβώνες, τη ζήτησε, την παίρνει το συντομότερο. Η στεναχώρια της Ερασμίας ήταν που θα έχανε κι αυτή την κόρη από κοντά της, θα γινόταν ο γάμος και σε λίγους μήνες θα ακολουθούσε τον άντρα της που θα επέστρεφε στη γενέτηρά του. Δε μπορούσε και δεν ήθελε βέβαια να πάει κόντρα στην ευτυχία των παιδιών της. Η Βιβή πήγε με το Δημήτρη στην Αλεξάνδρεια, τη ζήτησε επίσημα από τους δικούς της και στάθηκε δίπλα της στο γάμο ως μνηστήρας πλέον. Το άσχημο ήταν ότι βρήκε τον πατριό της άρρωστο, είχε πάθει τρεις γαστροραγίες και με το ζόρι στάθηκε στα πόδια του να συνοδεύσει τη νύφη με τον αδερφό της. Στο γάμο της Βιβής δε μπόρεσε να πάει φυσικά, παντρεύτηκαν στην Κέρκυρα κι εγκαταστάθηκαν στο άλλο του σπίτι που ήταν κοντά στο πατρικό του. Ταξίδι αστραπή έκανε η Ερασμία με τα παιδιά, ίσα ίσα να παραστούν στο μυστήριο.




- Η κατάστασή του ήταν δραματική και η μάνα μου δε μου το είχε πει για να μη με στενοχωρήσει παραμονές του γάμου, ούτε μετά μου είπε τίποτα βέβαια. Πέθανε στις είκοσι  μέρες, όσο ήμασταν στο γαμήλιο ταξίδι. Κρουαζιέρα κάναμε και στο πατρικό μου είχαν κηδεία, κόντεψε να πάθει κι η μάνα μου από τα λόγια που έσουρε η αδερφή του. Ποτέ της δε χώνεψε ότι παντρεύτηκε μια χήρα με τόσα παιδιά και ακουμπούσε εκεί τα λεφτά του. Φανταζόταν ότι αφού δεν είχε κάνει οικογένεια και ήταν μόνος, θα τον κληρονομούσε αυτή και τα παιδιά της. Χρόνια έκανε να του μιλήσει και πήγε να τον κλάψει στην κηδεία του, αχ Νικολάκη μου, αδερφούλη μου που έφυγες, σε φάγανε τα βάσανα κι οι στενοχώριες και τι ανάγκη είχες εσύ και τέτοια. Την περιέλαβε κι η μάνα μου και την έκανε να καταπιεί τη γλώσσα της. Αχ Νίκο μου που έφυγες κι όλοι σε θυμήθηκαν κι αυτοί που σου μιλούσαν κι οι άλλοι που σου είχαν κόψει την καλημέρα. Πως άντεξες να μας αφήσεις γυναίκα και παιδιά και να μη προλάβεις να πιάσεις εγγονάκι, ν' ακούσεις το όνομά σου, σε λατρεύαμε όλοι! Βάσανα και στενοχώριες είχες Νίκο μου, πικραμένος έφυγες, τέτοιος χρυσός άνθρωπος και να μη σου μιλάνε οι δικοί σου άνθρωποι, το αίμα σου! 

Φανταστείτε τι έγινε, που ήξεραν όλοι για την αδερφή του! Η μάνα μου πήρε το αίμα της πίσω!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου