.

.
.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Τζιοβάνι!


- Βρε τον Ιταλό! Μα ήταν απίθανος ο Τζιοβάνι, πανέξυπνος, λεπτοκαμωμένος, γελαστός, χαριτωμένος! 
Ερωτευμένη μαζί του η Ανδριάνα, περνούσε ατέλειωτες ώρες στο ρεστοράν που είχε με τον αδερφό του. Έτρωγε συνέχεια για να δικαιολογεί την παρουσία της και η Βιβή την κορόιδευε και γελούσε με την καρδιά της. Φρεσκοπαντρεμένοι, αποφάσισαν μετά την κρουαζιέρα να μείνουν λίγες μέρες στην Ιταλία που της άρεσε πολύ. Η Ανδριάνα ήταν Κερκυραία και συναντήθηκαν τυχαία στη Ρώμη, σπούδαζε εκεί. Έμενε στου νονού της που δεν είχε παιδιά κι είχε αναλάβει τη βαφτισιμιά του. Πολύ γλυκιά κοπέλα, αεράτη, αλλά καθόλου καπάτσα με τα αρσενικά.
- Αν είναι να φτάσεις εκατό κιλά για έναν άντρα που δεν ξέρεις κι αν σου κάτσει και να μη βλέπεσαι μετά η χοντρέλα, είσαι πάρα πολύ χαζή και συγγνώμη που στο λέω! 
Πήγαν δυο φορές για φαγητό μαζί. Η Βιβή αποφάσισε να βοηθήσει την Ανδριάνα γιατί είχαν ήδη περάσει τρεις μήνες που έτρωγε καθημερινά εκεί και θα περνούσαν άλλοι τόσοι χωρίς αποτέλεσμα. Την έδιωξε ένα βράδυ νωρίτερα κι έμειναν μόνοι με τον άντρα της στο μαγαζί. 
- Θα τον έκοβα αν στενοχωρήθηκε που έφυγε η άλλη, θα έβλεπα κι αυτά που δε βλέπανε τα μάτια της. Με την επόμενη παραγγελία του έπιασα την κουβέντα, σκόπιμα συμπληρώναμε πιάτα στο τραπέζι μας. Ωραίο παιδί ήταν, ξανθός με γαλάζια μάτια και λίγο πιο μακριά τα μαλλιά του μπροστά, τα τίναζε και σήκωνε το κεφάλι πίσω με χάρη. 
Έμαθα ότι τελείωνε τις σπουδές του στα οικονομικά και βοηθούσε στο μαγαζί που θα κληρονομούσε από τον πατέρα μισό μισό με τον αδερφό του. Μικρότερος ο αδερφός έξι χρόνια, μια χαρά ήταν, εμπόδιο κανένα. Ούτε λόγια, ούτε συννυφάδες, ούτε προβλήματα. Μετά το φρούτο, παραγγείλαμε καφέ και γλυκό και του είπαμε ότι μας άρεσε η κουζίνα τους και θα τρώγαμε εκεί όσο μέναμε στην Ιταλία.  
Ξαφνικά μπαίνει μέσα μια παρέα μεγάλη και η μία από τις κοπέλες έτρεξε και τον αγκάλιασε, τον φίλησε κλεφτά στο στόμα!
- Εδώ είμαστε, λέω, τόσο καιρό η Ανδριάνα χαμπάρι δεν πήρε, σκυμμένη στο πιάτο την έβγαζε!
Τζιοβάνι! Σαλάτα! Τζιοβάνι! Τυρί! Τζιοβάνι! Κρασί! Ατσίδα ο νεαρός, όλους και όλα τα προλάβαινε! Η άλλη δεν τον άφηνε από τα μάτια της κι εγώ την έκανα να τρέχει! Με τρόπο είπα στο Δημήτρη να λέει ένα "σι" όταν θα του έκανα νόημα κι άρχισα να μιλάω λίγο πιο δυνατά, αυτή με άκουγε, ο Τζιοβάνι που πηγαινοερχόταν όχι βέβαια. Είπα το πόσο θεατρίνος είναι, πως ξεγέλασε την κοπέλα εκείνη που της έταξε σχέση και γάμο και την άφησε με μωρό στην κοιλιά και δεν έχει δει μια φορά το παιδί του, την άλλη που χώρισε από τον άντρα της για τα μάτια του κι έμεινε τελικά μόνη της, είπα είπα είπα... Αυτή και η παρέα της είχαν σταματήσει το φαγητό και τα γέλια κι έστησαν αυτί, ευτυχώς που δεν καταλάβαινε ο άντρας μου τι έκανα και τι έλεγα! Η κοπέλα σηκώθηκε νευριασμένη, οι άλλοι πλήρωσαν κι έφυγαν, ρώτησε ο Τζιοβάνι τι συμβαίνει και δεν του μίλησε κανείς. Του είπα κρίμα για τη φίλη σου, άκουγα χωρίς να θέλω τι έλεγε, σε κορόιδευε με τους άλλους και φοβόταν μη μάθει κάτι ο άντρας της. Τα ΄χασε ο Ιταλός!
- Σατανάς μεταμορφωμένος είσαι! 
- Χαχαχαχα! Όταν χρειάζεται, ναι!

Η Ανδριάνα καθόταν στα καρφιά περιμένοντας τα νέα.
- Tης είπα εξαφανίσου να δούμε αν σε ζητήσει, αν ρωτήσει για σένα και μη σε δω να έρχεσαι καημένη μου, κάηκες! Την άλλη μέρα πριν βγούμε με το Δημήτρη, της έριξα τα χαρτιά και της λέω ο δρόμος είναι ανοιχτός, όταν θα σου πω εγώ όρμα του! 
- Μα καλέ θεία, είναι δυνατόν να πιστεύεις και να στηρίζεσαι στα χαρτιά; Η τράπουλα και το κατακάθι του καφέ δεν είναι δυνατόν να δείχνουν το μέλλον, αυτά είναι χαζά πράγματα, αφελείς όσοι τα πιστεύουν, εσύ είσαι πανέξυπνη! 
- Μα δεν είναι δυνατόν να κάθεσαι με τα χέρια σταυρωμένα Μυρτώ και να περιμένεις χαρτί και ντελβέ! Ό,τι κι αν δεις εκεί βαδίζεις ανάλογα, αν δεν είναι ο δρόμος ανοιχτός, κάποιο πρόβλημα υπάρχει και παίρνεις τα μέτρα σου. 
'Ακρη δεν επρόκειτο να βγει με τη Βιβή που άφησε άναυδες και με το στόμα ανοιχτό, Στάσα και Μυρτώ σε λίγες μέρες με το "τραπεζάκι" της...


Πήγαν το βραδάκι στου Τζιοβάνι μετά από μια γεμάτη μέρα και η Βιβή τον κάλεσε να πιει μαζί τους, τάχα για να τον ρωτήσει κάποιες λεπτομέρειες για μια μικρή πόλη που ήθελαν να επισκεφθούν. 
- Δε θα μπορέσει να έρθει μαζί μας η Ανδριάνα, είναι πολύ απασχολημένη αυτές τις μέρες. Διαβάζει, μάλλον ξέρεις ότι σπουδάζει εδώ, σκεφτόμαστε όμως φεύγοντας να την πάρουμε στην Κέρκυρα να ξεκουραστεί λίγο, δεν ξέρω όμως αν θέλει. Είναι κι αυτός ο νεαρός που την απασχολεί και... 
Συννέφιασε ο Τζιοβάνι και κοίταξε τη Βιβή με ύφος παρακλητικό. 
- Πρώτη φορά χάρηκα για κάποιον που δεν ήξερε ξένη γλώσσα!  Έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να εκτεθεί ο νεαρός σε δυο μέτρα άντρα!

Σηκώθηκε λίγο από τον καναπέ να ξεμουδιάσει και συνέχισε παραστατικά το διάλογο. Είχε τόσο γούστο, πετούσε και κάποιες πονηρές λέξεις, κουνούσε τα χέρια σχηματίζοντας το σώμα του. Περασμένα μεσάνυχτα και δεν ένιωθε ίχνος κούρασης, ούτε μετά το ζεστό αφρόλουτρο. 
- Του λέω πες μου, έχεις αυτή τη μούρη επειδή μπορεί να φύγει η Άντρια ή επειδή υπάρχει κάποιος; Μη με ντρέπεσαι, αν σ' αρέσει πες το μου και θα τον στείλω από κει που ήρθε!  Κοκκίνισε ο καημένος, σε τρεις μέρες φεύγουμε του είπα, δεν υπάρχει καιρός. Αν δεν έρθει μαζί μας θα έρχεται εδώ να τρώνε με τον άλλο κι αν δε σε νοιάζει πρόβλημα κανένα. Είναι εντάξει κορίτσι, όχι σαν την άλλη την παντρεμένη που σε κορόιδευε και θα είχες προβλήματα. Οι Ιταλοί είστε θερμόαιμοι και ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει κάποιος για τη γυναίκα του!  
Την επόμενη μέρα δεν πήγαν. Έπρεπε να σκεφτεί και να δει τι αισθάνεται, τι θέλει. Μια μέρα πριν φύγουν έστειλε την Ανδριάνα, να πάει και να τους περιμένει, σκόπιμα θα αργούσαν. Όταν έφτασαν στο μαγαζί δεν τους είδαν πουθενά. 
- Βρε, τι έγιναν κι οι δυο τους; Ρώτησε ο Δημήτρης. 
- Βόλτα μάλλον, τσίμπησε το ψάρι μας! 
Τζιοβάνι και Ανδριάνα, αφού μοιράστηκαν ένα μπουκάλι κρασί στο μαγαζί, έφυγαν αγκαλιασμένοι χωρίς εκείνος να πει τίποτα σε κανέναν. Για το φόβο της "άλλης" η Βιβή πρότεινε να εξαφανιστεί ο νεαρός λίγες μέρες από το μαγαζί. Έβαλε τα δυνατά της κι έπεισε τη μικρή ερωτευμένη να τον πάρουν στην Κέρκυρα. 
- Τάξε του με τα μάτια, με τις κινήσεις, να νομίζει ότι θα του κάτσεις και θα τον σύρεις από τη μύτη. Βάλε λίγα ρούχα απόψε στη βαλίτσα και πες ότι σε ζητάει η μάνα σου να σε δει κι ότι δε θα αντέξεις μακριά του ούτε μια μέρα τώρα που τα φτιάξατε. Το νου σου μην απλώσει παραπάνω εκτός από το χέρι του και τίποτα άλλο! 

Ταξίδεψαν μαζί για Κέρκυρα και οι τέσσερις. Φιλοξένησαν το Τζιοβάνι στο ένα δωμάτιο που είχαν για ξενώνα παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του Δημήτρη. Σε δύο χρόνια έκαναν στην Ιταλία τον καθολικό τους γάμο και στην Κέρκυρα τον ορθόδοξο με κουμπάρα τη Βιβή. Τους βάφτισε και την κορούλα τους ορθόδοξη, κρυφά από τους γονείς του. Το πως τον έπεισαν, ήταν δουλειά της Ερασμίας που είχε πάει να δει την κόρη της και τα εγγονάκια της και τον πότισε μπόλικο γλυκό κόκκινο κρασί. Μεγάλο κακό θα πάθαινε το μωρό αν δεν το βάφτιζε η κουμπάρα που τους πάντρεψε και που δυστυχώς δε μπορούσε να κάνει βάφτιση καθολική. Εκείνη σα μεγάλη γυναίκα ήξερε και τις παλιές πρέπει να τις ακούνε οι νεότεροι.

Για τους Ιταλούς παππούδες η βάφτιση έγινε βιαστικά σε εκεί καθολικό ναό, επειδή η γιαγιά ήταν βαριά άρρωστη και η νονά δε μπορούσε λόγω λοχείας να ταξιδέψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου