.

.
.

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Να μη κάνω κι ένα φλερτάκι με το γιατρό;


- Ήρθε λοιπόν ο Δημήτρης να με δει! Στο σπίτι βέβαια, παρουσία των θείων μου και της ξαδέρφης που καθόταν στα καρφιά γιατί δε θα είχε δικαιολογία να ξεπορτίζουμε μόνες και να βλέπει το γκόμενο. Πολύ της κακοφάνηκε της Αντιγονίτσας, Αντιγονάρα έπρεπε να τη φωνάζουν έτσι ψηλή και νταρντάνα που ήταν! Μας έφερε διάφορα από το νησί, λικέρ, γλυκά, κύριος ο Δημητράκης. Σε μένα έδωσε ένα σετ με κοράλλια, το απόγευμα που βγήκαμε βόλτα μου το φόρεσε, κολιέ και βραχιόλι. Είπε ότι με σκέφτεται, ότι ήθελε να με βλέπει κι ότι του λείπω, μου κρατούσε τα χέρια, έλιωνε που με κοιτούσε. Με συμπάθησαν πολύ και οι γονείς του και ρωτούσαν πότε θα με ξαναδούν στην Κέρκυρα, το σπίτι τους ήταν πάντα ανοιχτό.

Έκανε πολύ καλή εντύπωση στους συγγενείς της με την ευγένεια που τον διέκρινε. Τους πρότεινε αν τελικά δεν αποφασίσουν την "αγορά σπιτιού" στο νησί, να πηγαίνουν όποτε θέλουν φιλοξενούμενοι. Η θεία της την ξεμονάχιασε και της είπε ότι ήταν πολύ τυχερή που ενδιαφερόταν ένα τόσο ωραίο, καλό κι εύπορο παλικάρι και να μη το σκεφτεί καθόλου αν της προτείνει να επισημοποιήσουν τη σχέση που σύντομα θα ξεκινούσαν. Και η Βιβή ήταν ενθουσιασμένη βέβαια αλλά το έβλεπε σαν κάτι μακρινό. Η Αθήνα της άρεσε πάρα πολύ και ήδη άρχισε να σκέφτεται τη μόνιμη εγκατάστασή της και να μη νοσταλγεί καθόλου την Αλεξάνδρεια.
Το είπε σε λίγες μέρες στο Δημήτρη κι ενθουσιάστηκε αυτός με την ιδέα.  
- Άρχισα να γίνομαι απαραίτητη πλέον στην ξαδέρφη που μετά την αναχώρηση του Δημήτρη αλώνιζε με το φίλο της με το γνωστό κόλπο. Έψαξα και βρήκα δουλειά και είπα στους θείους μου να πείσουν τη μάνα μου να με αφήσει λίγους μήνες στην Αθήνα, να δούμε και τι θα γίνει με το γαμπρό. Αφού της τόνισαν ότι είμαι σοβαρή και μετρημένη και δεν δημιουργώ κανένα πρόβλημα και να μην ανησυχεί την κατάφεραν. << Εδώ είναι το μέλλον του κοριτσιού Ερασμία μου, με τόση μόρφωση και προσόντα στην Αραπιά θα ζήσει; Σιγά σιγά θα έρθετε όλοι, άλλη ζωή στην Αθήνα.>>



Η αλληλογραφία με το Δημήτρη καλά κρατούσε, πήγε ξανά μετά από δυο μήνες να τη δει και της μίλησε ξεκάθαρα. Του υποσχέθηκε ότι θα σκεφτεί την πρότασή του, ήδη είχαν πλατωνική σχέση. Έπρεπε όμως να περάσει λίγος καιρός, να ερχόταν και η μητέρα της και να τα συζητούσαν. Η δουλειά την ικανοποιούσε, οι γνωριμίες της γέμιζαν τις μέρες με βόλτες, χορούς, εκδρομές, η ξαδέρφη φυσικά την αποκαλούσε καλό της άγγελο αφού "έβγαιναν" πάντα μαζί. 
Μια δικαστική διαμάχη με ένα γείτονα για ένα κτήμα, ανάγκασε τους θείους της να φύγουν άρον άρον για το χωριό, αφήνοντας τα κορίτσια σπίτι. Απέναντι έμενε η μαμά της θείας  που θα τις πρόσεχε. Ήταν μεγάλη σε ηλικία αλλά κρατιόταν καλά και είχε αδυναμία στην Αντιγονίτσα, την εγγονή της. Ξέροντας τις ώρες που η γιαγιά κοιμόταν, έβγαιναν κρυφά για τα ραντεβού τους, αφήνοντας νωρίς το απόγευμα τα παράθυρα ανοιχτά και τα βράδια το φως του δωματίου τους αναμμένο. Κοιτούσε η γιαγιά, ξένοιαζε και κοιμόταν μακαρίως. Αυτές ήταν οι πιο ωραίες μέρες, μπαινόβγαιναν σχεδόν όποια ώρα ήθελαν και τα βράδια γλεντούσαν χωρίς χρονικούς περιορισμούς.

Πλησίαζαν οι μέρες που θα επέστρεφαν οι θείοι της, σε μια βδομάδα το πολύ θα είχαν τελειώσει με δικηγόρους και συμβολαιογράφους. Ένα πρωί, ξεκίνησε όπως πάντα η Βιβή για τη δουλειά, έχοντας προγραμματίσει τα απογευματινά της ραντεβού. Την ώρα που έπιναν καφέ όλοι οι συνάδελφοι και γελούσαν, ένας δυνατός πόνος στην κοιλιά την έκανε να διπλωθεί και να χάσει το χρώμα της. Κρύος ιδρώτας την έλουσε και σωριάστηκε στο πάτωμα βογκώντας σκορπίζοντας τον πανικό σε όλους, κάλεσαν ασθενοφόρο και την πήγαν στο νοσοκομείο. Οξεία σκωληκοειδίτιδα είπαν οι γιατροί και την έβαλαν αμέσως στο χειρουργείο. Η Αντιγόνη που την είχαν ειδοποιήσει, έφτασε κλαίγοντας και προσευχόταν έξω από το χειρουργείο. 

- Το πρώτο που είπα όταν άνοιξα τα μάτια μου μισοναρκωμένη, ήταν να ειδοποιήσει ότι χειρουργήθηκα και δε θα έβλεπα φυσικά κανέναν. 
- Καλά βρε Βιβή, από τη νάρκωση ήσουν, πως είχες το μυαλό σου εκεί; 
- Στάσα, δεν έχεις μάθει τόσα χρόνια ότι το μυαλό μου είναι κομπιούτερ; Την ώρα που με πήγαιναν τρέχοντας στο χειρουργείο, τα ραντεβού σκεπτόμουν και να πω στην Αντιγόνη να μου φέρει το άρωμα και τα νυχτικά μου με τις δαντέλες γιατί ο ένας γιατρός ήταν κούκλος. Αν δεν ήμουν όπως ήθελα, τσάμπα και η νάρκωση και η εγχείρηση που μου χάλασε τα σχέδια. Αφού με κουβαλήσανε έτσι, να μη κάνω κι ένα φλερτάκι με το γιατρό; Άσε που μου ξέβαψαν και τα νύχια χέρια πόδια! Α! Και την τράπουλα είπα και μου έφερε, να ξέρω που βαδίζω η χειρουργημένη!

Τα έλεγε τόσο σοβαρά ενώ μάνα και κόρη είχαν πέσει κάτω από τα γέλια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου