.

.
.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Το σχέδιο πέτυχε!




Έμαθε η Βιβή το ξενοδοχείο που έμενε ο Δημήτρης κι άρχισαν με την Ερασμία να στήνονται τα απογεύματα στο απέναντι ζαχαροπλαστείο. 
Κρατούσαν και τσάντες, τάχα ότι είχαν βγει για ψώνια και κουρασμένες κάθισαν για πορτοκαλάδα ή πάστα. Τέλειο παρατηρητήριο με ορατότητα στην είσοδο και το σαλόνι του ξενοδοχείου, παραμόνευαν να δουν το νέο. Την τέταρτη μέρα τον είδαν να μπαίνει και σε μισή ώρα κατέβηκε στο σαλόνι. Σταύρωσε η Ερασμία την κόρη της και σε δυο λεπτά η Βιβή αφού μίλησε με κάποιον για λίγο στη ρεσεψιόν κάθισε σχεδόν απέναντι από το Δημήτρη περιμένοντας τον υπεύθυνο. 

Ο Δημήτρης κοίταξε για μια στιγμή αδιάφορα τη νεαρή κοπέλα και συγκεντρώθηκε στην εφημερίδα του. Τα μάτια της άστραψαν και κάνοντας σκόπιμα μια αδέξια κίνηση άδειασε το περιεχόμενο της τσάντας της κοντά στα πόδια του. Εκείνος ευγενικά έσκυψε να τη βοηθήσει να τα μαζέψει και η Βιβή έδειξε ότι τον αναγνώρισε. Του είπε που εργάζεται κι ότι η φυσιογνωμία του ήταν γνωστή κι έπιασαν την κουβέντα. Στην ερώτησή του πως βρέθηκε εκεί του απάντησε ότι περίμενε τον υπεύθυνο να τον ρωτήσει αν χρειαζόταν περιστασιακά κι άλλο υπάλληλο στη ρεσεψιόν για τα απογεύματα. Η δουλειά της στο γραφείο ήταν πολύ καλή αλλά επειδή ήθελε επιπλέον χρήματα έψαχνε και κάτι άλλο. Αδημονούσε να πάει στους θείους της στην Αθήνα το καλοκαίρι και είχε στόχο κάποτε να μείνει εκεί. Μόρφωση είχε, γλώσσες μιλούσε άπταιστα, έκανε όνειρα για το καλύτερο. 
Η Ερασμία χαμογελούσε ικανοποιημένη στο απέναντι ζαχαροπλαστείο και δεν έβλεπε την ώρα να την καλέσει μέσα η κόρη της να δει το νέο από κοντά και να περιεργαστεί με την ησυχία της τον πολυτελή χώρο.   Όλα πήγαν καλά, ευτυχώς ο υπεύθυνος προσωπικού της είπε ότι προς το παρόν δεν χρειάζονταν άλλη υπάλληλο αλλά θα κρατούσε το βιογραφικό της στα υπόψιν. Ο Δημήτρης αφού είδε την απογοήτευση στο πρόσωπο της Βιβής και την απελπισμένη χειρονομία που έκανε στη μάνα της, πρότεινε να δουλέψει γι' αυτόν όσο θα έμενε στην Αλεξάνδρεια και θα αμειβόταν καλά. Ο διευθυντής της δε θα είχε αντίρρηση αν για κάποιο διάστημα δεν έκανε υπερωρίες εκείνη, ας αναλάμβανε κάποια άλλη υπάλληλος. Θα του μιλούσε εκείνος το επόμενο πρωί και θα τα κανόνιζε.
Το σχέδιο πέτυχε!



 Πέρασαν αρκετές μέρες και η Βιβή ήταν απόλυτα ευχαριστημένη. Η Ερασμία πρότεινε στην κόρη της να τον καλέσουν κάποιο βράδυ για φαγητό και  φόρτωσε το τραπέζι με εκλεκτά φαγητά και γλυκά. Μίλησαν για το ταξίδι στην Αθήνα, είπε και για τον αδερφό της ότι σκόπευε να ψάξει για ένα μικρό σπίτι στην Κέρκυρα μέσω μεσίτη. Επειδή η μητέρα της δεν την άφηνε να ταξιδέψει μόνη, θα τη συνόδευε. Ο Δημήτρης πρότεινε μετά την Αθήνα να τους φιλοξενήσει στην Κέρκυρα, να γνωρίσουν το νησί και να κάνουν τα μπάνια τους. 
- Καλέ μαμά, τι λες, να πάμε; 
- Τι να σου πω βρε παιδάκι μου, το σκέπτομαι... Ο άνθρωπος μια χαρά είναι και μακάρι να γίνει κάτι αλλά και πάλι, εσύ εδώ, αυτός στην άλλη άκρη και να έρχεται μια στο τόσο... Από δω το φέρνω, από κει το πάω, όλα τα λογαριάζω, ας πάμε στο θείο και βλέπουμε... 

Ξεσηκώθηκαν  Ερασμία και κόρες κι έφτασαν στην Αθήνα. Έμειναν στον αδερφό της για δέκα μέρες και για μια εβδομάδα πήγαν στην Κέρκυρα. 
Κρατώντας τα προσχήματα είπαν στο Δημήτρη ότι θα έμεναν σε ξενοδοχείο, ήταν και πέντε άτομα και δεν ένιωθαν καλά να τους επιβαρύνουν. Εκείνος επέμενε αλλά δεν το δέχτηκαν. Γνωρίστηκαν με την οικογένειά του, οι δύο μητέρες τα βρήκαν μια χαρά, έπιναν καφέ και μιλούσαν σα να γνωρίζονταν από χρόνια και τα παιδιά απολάμβαναν ατέλειωτες βόλτες και μπάνια. Ο Δημήτρης περνούσε αρκετές ώρες μαζί τους και τους ξεναγούσε στο νησί.
Στολισμένη η Βιβή με μπιζού, φορώντας αέρινα φορέματα και καλοκαιρινά σύνολα, δεν περνούσε απαρατήρητη. Κοιτούσαν και για το σπίτι που σκόπευε τάχα να αγοράσει ο θείος, που ήταν ενημερωμένος για κάθε ενδεχόμενο από την αδερφή του. 
Η Βιβή όμως αφού τσεκάρισε και την οικογένεια κι έμεινε ικανοποιημένη από τους ανθρώπους και το περιβάλλον, είπε στη μητέρα της ότι θα ήταν καλό φεύγοντας να μείνει στην Αθήνα για λίγες μέρες, να είναι όσο γίνεται πιο κοντά. Άλλο Κέρκυρα - Αίγυπτος κι άλλο Κέρκυρα Αθήνα. Ας μην απομακρυνόταν κι έχανε τέτοια τύχη, ο Δημήτρης σα να έδειχνε κάποιο παραπάνω ενδιαφέρον. Αν ήταν όντως έτσι, θα έτρεχε να τη συναντήσει. Με το γραφείο στην Αλεξάνδρεια θα επικοινωνούσε, πάντα θα υπήρχε θέση για εκείνη. 
Με χίλια ζόρια δέχτηκε η Ερασμία και η Βιβή έμεινε στου θείου της. Μερόνυχτα τη συμβούλευε και απειλούσε να την κουρέψει αν δεν ακολουθούσε ό,τι της έλεγε. Να είναι φρόνιμη και σοβαρή, να βγαίνει πάντα συνοδευόμενη από τους δικούς τους και να κρατάει τις πρέπουσες αποστάσεις απέναντι στο Δημήτρη.  Από την επόμενη κιόλας μέρα, ελεύθερη πλέον, ξεχύθηκε στους δρόμους με την ξαδέρφη της χωρίς το βραχνά της μάνας της που παρακολουθούσε τα πάντα. Η πονηρή είχε κι άλλα σχέδια στο νου της. 
- Ωραίος ο Δημήτρης και μ' αρέσει και τον θέλω. Αλλά ποιος μου λέει ότι δε θα βρω καλύτερο; Δε θέλω έτσι αμέσως να δεσμευτώ αν δε διαλέξω κι αν δεν παίξω και λίγο!


Κι άρχισε το παιχνίδι. Η ξαδέρφη την έπαιρνε περισσότερο για κάλυψη, είχε δεσμό μ' ένα νέο που δεν τον ήθελαν οι δικοί της κι έβγαινε κρυφά μαζί του. Κουτί της ήρθε η Βιβή που την ξεναγούσε όλη μέρα, αυτή με το αγόρι της και η άλλη μόνη με τη φωτογραφική στο χέρι και καμιά ώρα με μια κοπέλα που γνώρισε κι έπιναν καφέ. Το βραδάκι την άφηνε ο φίλος της στην πλατεία που περίμενε η Βιβή και γύριζαν μαζί στο σπίτι σα να μη συμβαίνει τίποτα. 

Όμορφοι οι άντρες στην Ελλάδα! Την προηγούμενη φορά που είχαν έρθει ήταν μικρή και την απασχολούσαν μόνο τα παιχνίδια και οι βόλτες. Μπαινόβγαινε στα μαγαζιά, ψώνιζε διάφορα μικροπράγματα, περνούσε από τις ακριβές περιοχές κι όποιος της γυάλιζε τον ρωτούσε τάχα για κάποιο δρόμο κι έπιαναν κουβέντα. Σε λίγο καιρό είχε κάνει ενδιαφέρουσες γνωριμίες κι έκλεινε ραντεβού για καφέ ή παγωτό. Πρόσεχε πάντα να μη πηγαίνουν απόμερα και τους άφηνε να την πλησιάσουν όσο εκείνη επέτρεπε.


Με το Δημήτρη αλληλογραφούσαν. Ήρθε η μέρα που έλαβε τηλεγράφημα ότι σε δυο μέρες έρχεται Αθήνα να τη δει. 
- Χαλάστρα μου έκανε, δε μπορούσε κι αυτός να περιμένει λίγο; Έλα όμως που είχε τρελαθεί και ήθελε να με δει σύντομα! 
- Θεία γιατί σου έκανε χαλάστρα; Αυτό δεν ήθελες και σκάρωσες τέτοιο κόλπο με τη μάνα σου; 
- Θα σου πω, περίμενε να κάνω ένα μπάνιο και θα στα πω γιατί τελειωμό δε θα έχουμε!

2 σχόλια:

  1. Γεια σου κι από δω!Δεν το ήξερα ότι έχεις blog-άκι.Ωραίο,ζουζουνίστικο!χιχι! :-))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φιλάκια πολλά και...ζουζουνίστικα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή