.

.
.

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Η καημένη η Βαρβαρίτσα...



Η καημένη η Βαρβαρίτσα... Σε μια κάμαρα έμενε, στην αυλή της κυρά Μαγδαληνής, σε μια φτωχική συνοικία του Πειραιά. Ο άντρας της υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε γρήγορα κοντά της, όμως εκείνη τρία χρόνια ζούσε μόνο με τη μάνα της και τη σκέψη του. Κάθε πρωί, άνοιγε το παράθυρο κι έβγαζε τα σεντόνια να λιαστούν, ενώ έπιναν το καφεδάκι τους δίπλα στις γλαστρούλες με τα γεράνια και το βασιλικό που τόσο αγαπούσε, πάνω στο πάντα  φρεσκοασβεστωμένο πεζουλάκι. Μετά θυμιάτιζε το καμαράκι, τις εικόνες, τη φωτογραφία του πατέρα της που είχε πεθάνει λίγο πριν το ταξίδι τους, έπιανε τον κουβά με το σφουγγαρόπανο κι έτριβε με λύσσα το πάτωμα. Άδειαζε το νερό κι έριχνε φρέσκο καθαρό στο κατώφλι τους.  Άστραφτε από καθαριότητα το φτωχικό τους, όλη η αυλή κάθε πρωί μύριζε πράσινο σαπούνι. 
Με λαδάκι και λεμόνι στο πανάκι, περνούσε τα λιγοστά τους έπιπλα, ένα τραπέζι με τέσσερις καρέκλες, το μικρό μπουφεδάκι, τα δυο μονά κρεβάτια που κοιμόταν με τη μάνα της και τη ντουλάπα. Γυάλιζαν τα ξύλα, σα να είχαν λουστραριστεί από επαγγελματία. Με νερό και ξύδι καθάριζε τα τζάμια και το μοναδικό καθρέφτη και τα έτριβε με τσαλακωμένες εφημερίδες. Οι μυρωδιές απ' τα φαγάκια τους άνοιγαν την όρεξη όχι μόνο στους άλλους ενοίκους της αυλίτσας αλλά όλης της γειτονιάς, που περίμενε πως και πως το φίλεμά τους. 
 Μορφωμένη κοπέλα δεν ήταν, όμως κέρδιζε τη ζωή της κοντά στη μάνα της με τη ραπτική. Η μηχανή δούλευε μέχρι αργά το βράδυ, κι η μάνα της πήγαινε και στα σπίτια μεροκάματο. Άξια και έμπειρη, έπαιρναν όλες τη γνώμη της για τα ρούχα τους. Μεταποιούσε τα παλιά και τα έκανε αγνώριστα, με λίγες πήχες πανί έφτιαχνε ονειρεμένα κομμάτια. Ανέβαιναν στην Αθήνα και χάζευαν τις καλύτερες και ακριβότερες βιτρίνες, μια φορά να έβλεπε το σχέδιο το κατέγραφε ο εγκέφαλός της.
Τις Κυριακές το μεσημέρι, το κρέας είχε την τιμητική του. Ένα κομμάτι πλυμένο καλά και σκουπισμένο, μαριναριζόταν αποβραδίς στο λεκανάκι με λάδι, κρασί, θυμάρι, αλατοπίπερο, και σκόρδο. Το έψηναν στη σόμπα με πατάτες και στυμμένο λεμόνι. Όταν ήταν τα κυδώνια στην εποχή τους, αντικαθιστούσαν πολλές φορές τις πατάτες. 

Σπάνια έψηναν κρέας μεσοβδόμαδα, συνήθως αν ήταν καμιά γιορτή.  Όταν έπαιρνε κάνα μεροκάματο παραπάνω η  μάνα, έφερνε κοτόπουλο και το έκαναν βραστό. Με την πεντανόστιμη, χυλωμένη με  αβγολέμονο  σουπίτσα, το ρύζι και τα ζαρζαβατικά της, έτρωγαν δυο μέρες μεσημέρι και βράδυ. Άλλοτε έπαιρνε κιμά κι έφτιαχναν σουτζουκάκια ή κεφτέδες με σάλτσα. Μούλιαζε η Βαρβαρίτσα το μπαγιάτικο ψωμί κι έτριβε στον κιμά τα μπαχάρια και τα μυρωδικά. Ρίγανη, αλάτι, πιπέρι, μπόλικο ζεματισμένο κρεμμύδι για να είναι αφράτα, ένα κουταλάκι ξύδι και μαϊντανό. Τα ξεκούραζε ζυμωμένα και ξεφλούδιζε το σκόρδο, έκοβε ψιλό ψιλό κι ένα κρεμμύδι μεγάλο για τη σάλτσα. Η μάνα της ξεφλούδιζε τις ντομάτες και τις έσφιγγε, να βγάλει τους σπόρους. Τις έριχναν τριμμένες στο καυτό λάδι, που είχε ζεστάνει καλά το κρεμμύδι, το σκόρδο, λίγους κόκκους μπαχάρι, γαρίφαλο κι ένα μεγάλο ξύλο  κανέλα. Πότιζε τα κεφτεδάκια σιγοβράζοντας, μέχρι που έμενε  με το λαδάκι της,  χωρίς πολλά ζουμιά, κι έπεφτε σε γενναίες δόσεις πάνω στις τηγανητές πατάτες.  Μάζευε κι έπλενε τα πιάτα κι όπως κάθε Κυριακή, έψηνε πάντα αλευρένιο χαλβά με μπόλικη κανέλα και αμύγδαλο. Ένα κομμάτι βούτυρο καβούρδιζε το αλεύρι και τα άσπρα ξεφλουδισμένα αμύγδαλα, που υποδέχονταν θορυβωδώς το καυτό σιρόπι με τη ζάχαρη και το κανελογαρίφαλλο. Απλωμένος στην πιατέλα, περίμενε να κοπεί ομοιόμορφα για να τον γευτούν με τους άλλους ενοίκους της αυλής, στο απογευματινό καϊμακλίδικο καφεδάκι τους. 

 Κάθε απόγευμα η Βαρβάρα, σήκωνε τα μάτια από τη βελόνα, ζέσταινε νερό κι έμπαινε στο μικρό πλυσταριό για μισή περίπου ώρα. Με βρεγμένα τα μακριά μαύρα μαλλιά της, άπλωνε πετσέτες κι εσώρουχα στο μακρύ σχοινί της μπουγάδας. Κάποιες μέρες, όταν η στεναχώρια ανέβαζε τα δάκρυα καυτά στα μελαγχολικά της μάτια, έπαιρνε το μικρό της πορτοφολάκι με τα λιγοστά κέρματα κι ανηφόριζε το δρόμο για την εκκλησία. 
Άναβε κεράκι, προσκυνούσε όλες τις εικόνες και καθόταν σ' ένα στασίδι χαμένη στις σκέψεις της. Η νεωκόρισσα την έβλεπε και η ψυχή της καιγόταν. Κοπέλα πράμα, όμορφη και δροσερή, να περνάει τις ώρες της έτσι αμίλητη και δακρυσμένη, κρίμα. Με τον καιρό αντάλλαξαν λιγοστές κουβέντες και η Βαρβαρίτσα της άνοιξε την καρδιά της. Άρχισε να συμμετέχει στην καθαριότητα της εκκλησίας, στα γεύματα για τους απόρους, ζύμωναν με τη μάνα της πρόσφορα που τα πήγαινε τυλιγμένα σε πεντακάθαρη άσπρη πετσέτα. Έτσι περνούσαν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες... 

- Οι γειτόνισσες, με μισό μάτι την ηβλέπανε τη Βαρβαρίτσα. Η σαπουνάδα και το μπανιάρισμα κάθε μέρα τσι ήβανε σε υποψίες. Δεν ηχώραε ο νους τσους ότι πλενούτανε κι άλλαζε γιατί αυτό ήτουνε το σωστό για τη γυναίκα. Μήτε πίστεψαν που βγαίνει για να πααίνει στην εκκλησία, ούτε την τόση πάστρα στο σπίτι τση χωρίς να ήρχουντανε μουσαφιραίοι. Ηρχινίσανε τσι κακές κουβέντες κι ηπετούσανε σπόντες τση μάνας τση. Αμά, αυτή ηκαμάρωνε που τση 'λεγαν που είναι πολύ καθαρή να πούμε, δεν είχε χαμπαριάσει που τση το ήλεαν προς κακού. 

Τα μάτια όλων ήταν καρφωμένα στην αυλή και οι γειτόνισσες κοιτούσαν η μια την άλλη με νόημα. 
- Πάλι πλένεται ετούτη, μα ψώρα έχει; Κάθε μέρα λουτροκοπανίζεται κι αλλάζει, την εβδομάδα  τρεις φορές λούζει και τα μαλλιά της. Η μάνα της δύο.
- Αμ! Δεν τήνε βλέπουμε; Τι πάει να παραστήσει, την πολύ καθαρή; Μάνα και κόρη πια, σαν τις πάπιες στο νερό, η κόρη περισσότερο όμως, πιο πολύ ώρα κάνει!
- Μπα! Τόσο πλύσιμο, κάτι άσχημο μου βρομάει! Και τα βρακιά με τις δαντέλες τι σου λένε, ε;  Τα κομπινεζόν τα είδες; Η μάνα για η κόρη τα φοράει;  
- Πες τα βρε χριστιανή μου! Μα στο μυαλό μου είσαι; Αυτό έλεγα χθες με τον Προκόπη, μα βρε άντρα μου, τι γίνεται με δαύτη; Μια αυτή, μια η μάνα της, τι κάνουν και μπανιαρίζονται πατόκορφα όλη την ώρα; 

Ξεροστάλιαζε ο Προκόπης στο ταρατσάκι να κοιτάζει τη Βαρβάρα που έφερνε βόλτα την κάμαρη και την αυλή. Καθαρή, περιποιημένη, νοικοκυρά, μοσχοβολούσε λεβάντα και γαζία όταν περνούσε κάτω από το παράθυρό τους. Έλιωνε για χάρη της ο στερημένος σύζυγος, που η γυναίκα του βολόδερνε με τη μπροστοποδιά όλη μέρα και μύριζε μόνιμα κρεμμυδίλα. Τις νύχτες ανατρίχιαζε όταν τον ακουμπούσαν τα άγρια τριχωτά της πόδια και οι μαλλιαρές μασχάλες της του έφερναν αηδία. Πως να μη ζηλεύει τη Βαρβαρίτσα, που όταν σήκωνε τα χέρια ψηλά για να απλώσει τη μπουγάδα, δεν υπήρχε ίχνος τρίχας. Και οι γάμπες της που ξεπρόβαλαν από τη φούστα, ήταν λείες, απαλές, σαν του μωρού. Ένιωσε πως έσβηνε, όταν ένα βράδυ το φθινοπωρινό αεράκι σήκωσε λίγο παραπάνω τη φούστα της, την ώρα που μαντάλωνε την αυλόπορτα. Κι αυτή η κελαρυστή φωνίτσα της όταν μιλούσε, τι σχέση είχε με την αγριοφωνάρα της γυναίκας του; Σαρανταπέντε αυτός, τριανταοχτώ η Ευδοξία, αλλά έδειχνε πάνω από πενήντα. Και ρουχαλάκια της προκοπής είχε και σε πιο καλό σπιτάκι έμεναν με δυο κάμαρες, μεροκάματο καλό σαν υδραυλικός της πήγαινε και δεν είχε λόγο να καταντήσει έτσι. 
Τα παιδιά τους, δυο αγόρια, πήγαιναν σχολείο και μάθαιναν τη δουλειά του πατέρα τους. Λογάριαζε ο Προκόπης να τους ανοίξει μαγαζί αργότερα, να ζουν αξιοπρεπώς χωρίς αφεντικό πάνω απ' το κεφάλι τους. Τις Κυριακές τα απογεύματα σεργιανούσαν στο λιμάνι και χάζευαν τα καράβια τρώγοντας πασατέμπο, στραγάλια και φιστίκια. Η Ευδοξία, περπατούσε σαν την πάπια κι έψαχνε παγκάκι να καθίσει, για να κοιτάζει με άνεση τις άλλες γυναίκες που περνούσαν και να τις κουτσομπολεύει. Με τα βρόμικα νύχια της ψαχούλευε τα σπόρια στο χωνάκι κι έφτυνε ηχηρά τα φλούδια. 
Μίζερη η ζωή τους κι έφταιγε η γυναίκα του γι αυτό.


Ένα απόγευμα του Οκτώβρη, η Βαρβάρα γυρίζοντας από την εκκλησία ένιωσε να πνίγεται. Ο άντρας της δεν είχε δώσει σημεία ζωής, ο καιρός περνούσε κι εκείνη κατηφόρισε στη θάλασσα. Οι λυγμοί τράνταζαν το λεπτό της κορμί, η απελπισία την είχε φέρει στα πρόθυρα βαριάς μελαγχολίας. Ατένισε το  γαλάζιο της κι όταν τα μάτια της στέγνωσαν, πήρε το δρόμο για το σπίτι. 
Ξαφνικά, πετάχτηκε μπροστά της ο Μήτσος, ένα λεβεντόπαιδο που ήταν αρραβωνιασμένο με μια γειτονοπούλα. Χαιρετήθηκαν κι εκείνος της έπιασε το χέρι. Η κοπέλα ταράχτηκε και τινάχτηκε φοβισμένη, ήταν απρέπεια αυτό που έκανε εκείνος. Με γρήγορο βήμα συνέχισε το δρόμο της, εκείνος όμως την ακολουθούσε λέγοντάς της ότι ήθελε να της μιλήσει. Φτάνοντας στη φτωχογειτονιά, τους είδε η αρχικουτσομπόλα της περιοχής, την κοπέλα να τρέχει σχεδόν ξαναμμένη και το νέο πίσω της. 
- Αχ! Τι να σας ειπώ, η ώρα έντεκα τη νύχτα που ηκοιμούντουσαν, φωνές και φασαρία τους ηξυπνήσανε. Είχανε μαζωχτεί στο έμπα τρεις τέσσερις, η κουτσομπόλα, η πεθερά και η αρρεβωνιάρα του, ήρτε μετά κι άλλη μια και ηγίνηκε τση τρελής! Τση φωνάζανε λόγια, η μάνα τση ηβγήκε με τσι νυχτικιές να ειδή τι συμβαίνει. Μάζωξε την κόρη σου την παστρικιά, τη μποίξε τη δείξε, λόγιαααααα πα πα πα! 
Η μάνα τση αγρίεψε, δεν ήξερε η καημένη τι την σούρνανε την Βαρβαρίτσα και γιατί. Παστρικιά είναι όπως κι εγώ κι ούλες στο σόι μας και είναι τιμητικό μας τους ήλεγε, πιο πολύ αγρίευαν οι άλλες. Βγαίνει και η κόρη με μια εσάρπα πάνου απ' τσι νυχτικιές κι ηγίνηκε ακόμα πιο μεγάλο πατιρντί! 
- Με τα αρώματα και τα πλυσίματά σου όλη τη μέρα ξελόγιασες το Μήτσο, όπως κι όλους τους άλλους! Θαρρείς που δε βλέπουμε πως σε κοιτάζουνε;Τα μάτια θα σε βγάλω που τόλμησες να με τον ξελογιάσεις! Αλλά, τι να περιμένει κανείς από μια σαν και του λόγου σου που βγαίνεις πλυμένη κι αλλαγμένη στα σοκάκια σα να λέει εδώ είμαι; Τη μάνα σου κοροϊδεύεις ότι πας στην εκκλησία και τα χάφτει ή τα ξέρει και σε σκεπάζει; Στις θάλασσες τι δουλειά είχες να συναντιέσαι με τον αρεβωνιαστικό μου; Να φύγετε από δω, παστρικιές μάνα και κόρη! 

Που να καταλάβουν οι έρμες τι ακριβώς εννοούσαν όταν το "παστρικιές" που ήταν τίτλος τιμής για μια γυναίκα εκείνες τους το πετούσαν σαν βρισιά... Μαλλί με μαλλί πιάστηκαν, μαζεύτηκαν κι άλλοι γείτονες να κάνουν χάζι, η κυρά Μαγδαληνή τις αγκάλιασε, έβρισε κι έδιωξε κακήν κακώς την ομήγυρη. 
- Τσι πέρασε μέσα να τσι ηρεμήσει που τρέμανε σαν τα φύλλα οι καημένες. Εκεί ημιλήσανε για τα καθέκαστα, ητραβούσε τα μαλλιά τση η Βαρβαρίτσα κι ητσίριζε η μάννα τση... 
- Τις καημένες... Αχ! Μπρε συμπεθέρα μου τήνε θυμήθηκα την ιστορία για! Και με τον άντρα της τι απέγινε, εμφανίστηκε; 
- Εις τα τριάμισι χρόνια απάνου υπήγε και τσι βρήκε. Είχανε μετακομίσει σε άλλο σοκάκι λίγο μετά απέ κείνη τη νύχτα τση φασαρίας, στην αξαδέρφη τση Μαγδαληνής. Τσ' είπε που είναι νοικοκυράδες και καλές και τσι ήμπασε στη δικιά τση αυλή. 
Κι ένα πρωί, την ώρα που 'ψηνε το φαΐ, να 'σου και τον είδε μπρος τση! Φωνές, κλάματα, αγκαλιές, δεν το ηπίστευε η καημένη που τον είδε μετά τόσα χρόνια. Δουλειά τόνε βρήκε ο αδερφός τση Μαγδαληνής στον ταρσανά* και κάτι παράδες εις τα χρόνια που ήταν εις την ξενιτιά ημάζωξε κι ορθοποδήσανε με τον καιρό. 
Η Βαρβαρίτσα ξενόραβε πάντα κι ήβγανε κι αυτή κάμποσα, τση ήκαμε και δυο παιδιά, αμά μετά τόσα χρόνια που είχε γεράσει, δεν ηξεχνούσε ποτές της κείνη τη νύχτα! 
Α! Ο Μήτσος, δεν την ηστεφάνωσε την άλληνα, εις τα καράβια μπάρκα ήκαμε κι απέ κει και πέρα ηγίνηκε άφαντος. Μετά από πολύ καιρό ηκούσανε που ηστεφάνωσε μια ξένη, που τη βρήκε, ποια ήτουνε, κανείς δεν ήξευρε. 


Ταρσανάς - Ναυπηγείο



6 σχόλια:

  1. Ολη η αφήγηση μαγική!!!
    Μου θυμήζεις πάντα τις θείες... με το σπίτι το αστραφτερό και το χαγιάτι πνιγμένο στα λουλούδια!

    Ακόμα βρίσκεται εκεί στην Κοκκινιά ερημωμένο γωνιακό.. το χαγιάτι πεσμένο..

    Υπέροχα γράφεις και είμαι τυχερή κάθε που ανταμώνω το παρελθόν με εικόνες ζωντανές!!!

    Να είσαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Aντιγόνη μου, αν και στο ελάχιστο σε κάνω ν' ανταμώνεις το παρελθόν, είμαι απίστευτα χαρούμενη.

    Γλυκιές αναμνήσεις από θείες, παραδοσιακές νοικοκυρές, με αγάπη στην οικογένεια, σπάνια βρίσκονται πια...
    Το ερημωμένο γωνιακό με το πεσμένο χαγιάτι, θα γίνει κάποια μέρα πολυκατοικία με πολυτελή διαμερίσματα, που θα στεγάσει ανθρώπους - καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Θα τρέχουν όλη μέρα πιστεύοντας ότι τα έχουν όλα, ουσιαστικά όμως δε θα έχουν τίποτα...

    Να είσαι κι εσύ καλά και να περάσεις υπέροχα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μαίρη!
    Δεν έχω λόγια να περιγράψω το τι μου προσφέρει ο υπέροχος τρόπος που αφηγείσαι και εικονογραφείς μιαν άλλη εποχή στην Ελλάδα.
    Με όλες οι δραστηριότητες που περιγράφεις με τέτοια γλαφυρότητα, από το πλύσιμό, την καθαριότητα ("Με λαδάκι και λεμόνι στο πανάκι, περνούσε τα λιγοστά τους έπιπλα....")το μαγείρεμα αλλά ιδίως την λαλιά αλλά και τον τρόπο αντιμετώπισης των γειτονισσών, ταξιδεύει ο αναγνώστης σου μαζί σου σε κείνα τα χρόνια.

    Καλή Κυριακή σου εύχομαι !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χριστοφόρε μου!
    Είναι μεγάλη χαρά και τιμή για μένα τα τόσο καλά σου λόγια!

    Όντως η τότε εποχή στην Ελλάδα, είχε χρώμα και μαγεία που εμείς οι νεότεροι τη ζούμε απλά ταξιδεύοντας στο χρόνο.
    Όσοι είχαν την τύχη να ζήσουν σαν παιδιά τις παλιές καλές νοικυρές, έχουν πάντα στη σκέψη ένα θησαυρό αναμνήσεων.
    Με λαδάκι, λεμόνι, ξίδι και πράσινο σαπούνι, καθάριζαν τα απλά και φτωχικά τους σπιτάκια που ήταν πάντα ανοιχτά και φιλόξενα.
    Η αλήθεια είναι, ότι και το φαγητό του τότε είχε άλλη νοστιμιά. Τα απλά και μη ανοξείδωτα μαγειρικά σκεύη, η χαμηλή φωτιά της γκαζιέρας ή του πετρογκάζ, απογείωναν τις γεύσεις.

    Και το μαγείρεμα και η λάτρα του σπιτιού, δεν τις κούραζαν όσο κουραζόμαστε εμείς σήμερα, που διαθέτουμε τα πάντα, τις "ευκολίες" όπως έλεγαν.
    Αυτές οι "ευκολίες" και η πρόοδος, έκαναν τον περισσότερο κόσμο μίζερο κι αφιλόξενο, κλεισμένο μέσα στα σπίτια - κουτιά...

    Να έχεις μια καλή και δροσερή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τέλη του 50 αρχές του 60 η ζωή πιό ανθρώπινη και το φαγητό είχε νοστιμιά. Και το απλό δωράκι το χαιρόσουν. Να μη πω γιά τις σχέσεις των ανθρώπων με τα καλά και τα στραβά τους πιό ανθρώπινες ήταν κι αυτές. Σα να μας χάλασε το πολύ κρέας και μας έκανε κανίβαλλους. Να'σαι καλά Μαιρουλα μου με τις όμορφες εικόνες σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μαιρούλα μου, είναι ακριβώς όπως τα λες!
    Κανίβαλοι γίναμε και τρώμε ο ένας τις σάρκες του άλλου...

    Όντως οι σχέσεις ήταν πιο ανθρώπινες με τα καλά και τα στραβά τους, έτρεχαν όλοι να βοηθήσουν και να συμπαρασταθούν.

    Τώρα πια που το καθημερινό μπάνιο είναι δεδομένο και δεν παρεξηγείται η περιποίηση και η ατομική καθαριότητα, έχουν σταματήσει οι κακές γλώσσες;
    Υπήρχαν, υπάρχουν και δε θα σταματήσουν ποτέ.

    Φιλάκια πολλά γλυκιά μου ξενιτεμένη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή