.

.
.

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Άμα ηβάνεις στον στόμα σου το σουτζουκάκι, δόντια δε σε χρειάζουνται για!


- Σους μπρε! Γιομάτο είναι το καβανόζι* σε λέω, δε θα με τα στερήσεις! Η συμπεθέρα μου όλη την ώρα τουρσιά φκιάχνει κι όλο μ' αρωτάει άμα τα 'φαγα για να με δώκει κι άλλα. Απ' όλα θα σας βάλω για! Αγγουράκι, καρότο, μελτζανάκι, λάχανο, απ' όλα και μη με λέτε κιχ! Άμα την είπα που θα έρτετε με έστειλε κι άλλα τόσα με το γιο μου, πολύ καλή είναι η καημένη. Τήνε σκέπτουμαι που θα κάνει την εγχείρηση στο γόνατό της, πλαστικά λέει θα τήνε βάλουνε. Αχ! Τέτοια νοικοκερά γυναίκα που είναι, δεν έχει ταίρι! Την περασμένη βδομάδα μας είχε το τραπέζι ολονών κι ακόμα τη νοστιμιά στο στόμα μου τήνε έχω!  Τι φαγιά, τι γλυκά, τι ωραίοι μεζέδες, αμ κι αυτή η γέμιση στην κότα τη φουρνιστή, τι να σε πω! 
- Πως τη φτιάχνει κυρία Σουλτάνα, που αν δεν ταιριάζατε, δε θα συμπεθεριάζατε; 
- Βάνει κιμά, κρομμυδάκι, σκορδάκι, κουκουνάρι, αλάτι, πιπέρι, μπαχάρι, κομματάκι κύμινο, τα τζιέρια της όρνιθας, μαϊντανό και ρυζάκι. 
Κόβει τα κρομμυδάκια, αμά ψιλά ψιλά και τα ρίχνει στον τέντζερη με κομμάτι βουτυράκι να τσιγαριστούνε.
Μετά ρίχνει τα μπαχάρια, τον κιμά, το κουκουνάρι, τα συκωτάκια, τα φέρνει βόλτα κάμποσο να μυρίσουνε, βάνει και το ρυζάκι να γυαλίσει. 
Έχει βράσει νεράκι, ίσια που να τα σκεπάζει, όχι πολύ, δε θέλει, ρίχνει το σκορδάκι και το μαιντανό, τα φέρνει μια γύρα και μετά το νεράκι. 
Άμα πιει το ζουμάκι του και μείκει στεγνό απέ τα υγρά του, το αφήνει να κρυώσει κομμάτι κι ετοιμάζει την κοιλιά της κοτούλας. 
Τήνε τρίβει μέσα με αλάτι χοντρό και λεμόνι, τήνε γιομίζει μετά και τήνε ράβει. Έχει ένα μακαρά* χοντρή κλωστή και μεγάλη βελόνα γι αυτήνα τη δουλειά. 
Στο ταψί, έχει ρίξει μια πάστα με μουστάρδα, αλάτι, πιπέρι και ρίγανη. Το αλείβει καλά καλά, βάνει την όρνιθα και πατατούλες μικρές, στρογγυλές, βουτυράκι, λεμόνι, και κομμάτι νεράκι. 
Να διεις άμα ροδίσουνε και κόβει την κλωστή για να σερβίρει, σα να ξηλώνει στρίφωμα είναι! Ένα κομμάτι κρέας με τις πατατούλες και τη γέμιση δίπλα κι έτσι που είναι καυτό ρίχνει και κομμάτια κασέρι, δεν το χορταίνεις σε λέω! 
Άμα το φκιάξεις θα με θυμηθείς! 

Το τηλέφωνο που χτύπησε διέκοψε τη Σουλτάνα. Σηκώθηκε στρώνοντας τα ρούχα της, συνήθεια που πάντα είχε ακόμα και μέσα στο σπίτι, μόνη της. Αυτή η γυναίκα, θηλυκό ακόμα και στα γεράματά της, χαιρόσουν να τη βλέπεις. 
- Συμπεθέρα μου! Πολλά χρόνια θα ζήσεις, την κουβέντα σου είχα καλή μου, με τα φαγάκια σου τα ωραία! Πες τον γιο μου να σε φέρει να πιούμε καφεδάκι, να σε διει και η Άνθω, να γνωρίσεις και τη Μυρτούλα τη φιληνάδα μας!
Τι πα να πει δε θες να τον ενοχλείς για; Σιγά το πράμα! Καλά, καλά, ντύσου εσύ κι άστα σε μένα, άντε, σε φιλώ!

Τηλεφώνησε στο γιο της και σε μισή ώρα έφτασε η ωραία Σμυρνιά Μαρίκα. Ο Ιάκωβος ευγενέστατος τις χαιρέτισε, άφησε κι ένα μπολ παγωτό καϊμάκι και σε τρεις ώρες θα περνούσε ξανά για να πάρει την πεθερά του που είχε δεμένο το γόνατο και πονούσε. Η Μαρίκα ήταν ψηλή και αριστοκρατική, με λεπτά χαρακτηριστικά. Φορούσε φούστα μακριά και πουκάμισο με δαντέλα, μαργαριταρένιο κολιέ και βραχιόλι με ασορτί σκουλαρίκια κι ένα χρυσό μεγάλο σταυρό. Τα χέρια της περιποιημένα, με δαχτυλίδια στα λεπτά της δάχτυλα και βαμμένα ροζ νύχια. Τα μαλλιά της σε χαμηλό σινιόν, στόλιζαν δυο όμορφα χτενάκια με πετρούλες. Με τα τσι και τα τσε, μιλούσε εντελώς διαφορετικά από τις Πολίτισσες, σε όλα τ' άλλα όμως ήταν ίδιες κι απαράλλακτες. 
Βούτηξε ένα κουλουράκι στον καφέ της, ενώ η Σουλτάνα της έλεγε για μια μεγαλοκοπέλα γνωστή τους, που δεν της άρεσε κανένας υποψήφιος γαμπρός. 
- Τόσα προξενιά την έχουνε κάνει, τίποτα αυτή. Ο ένας χοντρός, ο άλλος λεπτός, ο παράλλος άσχημος, μαυριδερός, ξανθόψυρας, κοντός, ζαβός και πάει λέγοντας. Μα τι περνιέται μπρε, για κοπελίτσα; Πατημένα τα σαράντα τα 'χει η ζεβζέκα, τα τριανταπέντε που λέει είναι για να μην αποδείχνει τα χρόνια της και το νου της όλο στα νεαρούδια τόνε έχει η αδικιορισμένη! Τι να τόνε κάμει το μικρό, πέστε με. Πόσο θα τήνε κοιτά δεκαπέντε χρόνια μικρότερος άντρας, που είχε σεκλετιστεί μ' ένανε και μαράζωνε για δαύτονα; Γκιρ γκιρ συνέχεια ήτουνε απέ τον καημό της κι όλο φκιαχνούντανε, ακόμα και στον ύπνο βαμμένη είναι, λες και θα 'ρτει ο νεαρός το βράδυ να τήνε κλέψει! Χα χα χα! Με το σεισμό που γίνηκε και πεταχτήκαμε όξω όπως όπως, η Λευτερίτσα βγήκε νυσταγμένη αμά με το κόκκινο κραγιόν και την πούντρα λες κι εκείνη την ώρα γύριζε από βεγγέρα. Τι να πεις, καημό το 'χουνε οι γονιοί της να τήνε αποκαταστήσουνε, ο πατέρας της και σπίτι την έκανε κι όλα τα καλά, αμά βλέπω να μείσκει έτσι με τα μυαλά που 'χει. Πήε και στο μέντιουμ μπα και τήνε βρει στεφάνι, όπου χαρτού και καφετζού, τρέχει μη και χάσει, για το αντέτι* για! Χα χα χα χα! Την είπα τη μάνα της, άμα περιμένει να διει προκοπή με δαύτα, έτσι θα μείκει. 

Η Μαρίκα κουνούσε καταφατικά το κεφάλι, μασουλώντας από το γλυκό της Ανθούλας. 
- Τσι προάλλες που ήρτε η Θεώνη στο σπίτι, με είπε την ιστορία με την αρρεβώνα τση κόρης τση. Είχε έρτει ο αδερφός τση και ούλοι μαζί εκτός τση Γιώτας που ηδιάβαζε, ηπήανε σ' ένα κέντρο στη Βάρη και φάγανε. Ίσιαμε να πάνε και να γυρίσουνε, ηγίνηκε το κακό το μεγάλο με τη φωτιά. Το τυχερό τση κόρης τση ήτουνε, να εύρη το γαμπρό με τσι τουλούμπες*. Όσο ετρώγανε οι γονιοί τση, τσι γαρδούμπες και τα μπριζολάκια, αυτή εκοιμούντανε αμά η τύχη τση εδούλευε, να η παροιμία! 
Επήρε άξαφνα φωτιά η κουζίνα του κάτω και ήκουσε τσι φωνές η κοπέλα στον ύπνο τση μέσα. Ωσότου να καλοξυπνήσει, τήνε ηπνίξανε οι καπνοί, ανέβαινε απάνου το ντουμάνι. Τελεφώνησαν τσι τουλουμπατζήδες* κι ήρτανε κι ηρίχνανε τα νερά με τσι τουλούμπες και το κορίτσι ήβαλε τα κλάματα απέ το φόβο τση. Ηκατέβαινε τσι σκάλες φοβούμενη και κλαμένη κι ήπεσε πάνου στο παλικάρι που ανέβαινε τρέχοντας μες στην ταραχή τση. Αυτός τηνε ηκράτησε να τήνε ηρεμήσει αμά δεν ηξεκόλλησε απέ την αγκαλιά του η μικρή που ήτρεμε σύγκορμη. Ε! Αυτό ήτουνε! Μέσα κει στον πανικό ηρωτευτήκανε κεραυνοβόλα! Απέ την επομένη τση τελεφωνούσε κι ούλο ψου ψου ήτουνε η γιαβρίτσα μετά κείνονα κι ηρχίσανε να βγαίνουνε. Τσι τέσσερους μήνες ήρτανε κι οι αρρεβώνες, μάνι μάνι! Και τι καλό παιδί που είναι με έλεε η Θεώνη, ηπήρε και προαγωγή και θα ηπαίρνει καλοί παράδες. Και να ειδιείτε ένα διαμερισματάκι ωραίο που την έχουνε πάρει! Ηφχαριστημένη πολύ η μάνα τση, θυσία θα ηγενούνε για το γάμο!  Μάσαλλαχ!*
- Μπρε σεις, να τα τυχερά που λέμε! Επήε να σβήσει τη φωτιά κι άναψε άλλη, καλά δεν τα λέω συμπεθέρα μου; 
- Καλά και άγια τα λες! Άιντε και σύντομα τα κουφέτα τσους, στο χρόνο πάνου θα γενούνε τα στεφανώματα. Να κάμω κι εγώ την εγχείρηση στο γόνα μου, μην υπάγω με τσι γαλέτζες* σαν τη κατσιβέλα...*



Η Σουλτάνα χώθηκε στην κουζίνα και την ακολούθησε η Άνθω. Θόρυβος από πιάτα και τεντζερέδια ακούστηκε και σε λίγο κατέφθασαν με δυο πιατέλες φορτωμένες μεζεδάκια. Το ούζο είχε την τιμητική του, τα ποτήρια γέμισαν κι άδειασαν αρκετές φορές. Φουσκωμένη από το πολύ μεσημεριανό φαγητό και τα παρελκόμενα η Μυρτώ, αρνήθηκε να ξαναφάει και η Σουλτάνα συννέφιασε. 
- Το χώνεψες τζιέρι μου το φαΐ, αφού δε μπορείς μη φας το βράδυ για! Κομματάκι μεζέ για το καλό που ήρτες κοκόνα μου πάρε, να σε βάλω και ουζάκι. 
- Για το καλό που ήρθα κυρία Σουλτάνα μου, με μπούκωσες φαΐ για τρεις μέρες, γεια στα χεράκια σου, όλα πεντανόστιμα! Το στομάχι μου δε χωράει άλλο, αλήθεια σου λέω. 
- Θα σε πω τι να κάνεις για να σε χωρέσει κομματάκι ακόμα. Να κατεβάσεις το φερμουάρ να μη σε σφίγγει για! 
Δεν πρόλαβε ν' απαντήσει η Μυρτώ και βρέθηκε με μια γεμιστή ελιά στο στόμα. Η Μαρίκα γέλασε πονηρά κι ετοιμάστηκε να την ξαναμπουκώσει με αγγουράκι τουρσί.
Ζωή και χρόνια να 'χουν, από το φαΐ τους δεν γλυτώνεις! 
- Φάε και πιε να μας ηκάμεις παρέα. Άμα δε θες δίαιτα να κάμεις, μια χαρά είσαι γκιουζέλα μου! Το φαγί δε θέλει βιάση, να το ηφχαριστιέσαι πρέπει. Να έρτεις και σε μένανε, χαρά μεγάλη θα με δώκεις, να γνωριστείτε και με τσι κόρες μου. Θα φάμε τσι ωραίοι μεζέδες μας, θα ηπιούμε και τσι μπυρίτσες μας παγωμένες, να με  ηπείτε τι αγαπάτε να σας ηφκιάσω. 
- Σουτζουκάκια συμπεθέρα, να τα φάνε από χέρι σμυρναίικο! 
- Όπου ειπώ απέ που είμαι, για τα σουτζουκάκια τση Σμύρνης με λένε και μ' αρωτάνε τη συνταγή! Η μάνα μου η σχωρεμένη μ' έλεε που δεν τα ηξεύρανε αυτά τα φαγιά στην Ελλάδα, απέ τσι πρόσφυγοι τα ημάθανε. Όταν ήρτανε εδώ και ημαγειρεύανε οι νοικοκυράδες, ούλες τση γειτονιάς ηρωτούσανε η μια την άλληνα τι μυρουδιά ήβγαινε απέ τα σπίτια τσους. Τσιγάρισμα δεν ηξεύρανε, σαλτσερά δεν ηξεύρανε, μπαχάρια δεν ηξεύρανε. Ούλο φουρνιστά και βραστά ητρώγανε κι από γλυκά δεν ηξεύρανε πολλά. Με τσι πρόσφυγοι ημάθανε πολλά και στα φαγιά και σε άλλα πράματα. 

Μιλούσε και γελούσε, τρώγοντας και πίνοντας μικρές γουλίτσες από το παγωμένο ούζο. Σκέτο, χωρίς νερό και παγάκια. Η Σουλτάνα πάντα είχε ένα μεγάλο μπουκάλι μόνιμα στο ψυγείο και όση ώρα έπιναν τον απογευματινό καφέ τους, το είχε βάλει στην κατάψυξη, τυλιγμένο σε πετσέτα για να μη χάσει το άρωμά του.

- Το κύμινο στο σουτζουκάκι, πρέπει να ητρίβεται κείνη την ώρα, να βγαίνει ούλη η μυρουδιά του. Με τσι σκόνες νοστιμιά τίποτις δεν έχει, Τα μπαχάρια ούλα αμά είναι σπόροι, ηκρατούνε χρόνια στο ντουλάπι, τριμμένα ξεθυμαίνουνε. Θα με ηπεις, ευκολία είναι για τσι νοικοκυράδες, το ηπιάνεις απέ το βαζάκι και ηρίχνεις το κάθε ένα, αμά σωστό δεν είναι. Και μετά ούλοι σε λένε σουτζουκάκια Σμυρναίικα κι ηβλέπεις χίλιες συνταγές με τσι παραλλαγές τσους, όπως ηκάθεται στην κάθε μια. Σμυρναίικα είναι, αφού άλλη χώρα δεν τα ήκαμε βέβαια, αμά σπάνια να εύρης τα αυθεντικά να πούμε. Και να ηξεύρης, τα φαγιά τα αυθεντικά, πάντα ηπαίρνουνε το χρόνο τσους για να γένουνε. Δεν ηφτουράει η ώρα για τσι νέες νοικοκυρές, ούλες σαν τσι παλαβές ητρέχουνε να τα προλάβουνε ούλα, δουλειά, σπίτι, παιδιά. Για να μπει ο τέντζερης στη φωτιά, με το άγχος γένεται και ψάχνουνε την ευκολία τσους να μην ητρώνε τσι ώρες τσους στην κουζίνα. Γι αυτό ούλοι λένε ωραίο, αμά σαν τση μάνας μου δεν είναι.

Όλα όσα έλεγε η Μαρίκα, ήταν σωστά. Δεν είναι τυχαίο που παινεύει όλος ο κόσμος τη μαγειρική τους. Κοιτάζοντας δυο πιάτα με το ίδιο φαγητό, μπορεί οπτικά να φαίνονται όμοια, στη γεύση όμως είναι διαφορετικά. Αν σκεφτεί κανείς πόσο χρόνο ξοδεύει η κάθε νοικοκυρά για το μαγείρεμα, καταλαβαίνει τη διαφορά. Κι αν είναι αδαής και θελήσει να φτιάξει τα αυθεντικά σουτζουκάκια, βουνό θα της φανεί η διαδικασία, 

- Το κύμινο με τη φλούδα του, το ηρίχνεις στο άδειο τηγάνι και το κουνάς συνέχεια να ηβγάλει τσι μυρουδιά του, αμά γλήγορα,  μην αρπάξει και σε καεί. Άμα κρυώσει ητρίβεις μπόλικο, και στον κιμά και στη σαλτσίτσα. 
Το ψωμάκι ημουλιάζεται μέσα σε κρασί κόκκινο, όχι γιομάτο το μπολ σαν που το ηβάνουμε στο νερό για τα μπιφτέκια και το ηστραγγίζουμε. Όπως είναι το ηψιχουλιάζεις και το ηπίνει να πούμε και μετά το ηρίχνεις στον κιμά. 
Σκορδάκι μπόλικο και μαϊντανό ένα ματσάκι το ηπαίρνει, κρομμύδι όχι. Το παραδοσιακό σουτζουκάκι κρομμύδι δεν έχει και να μην τσι ακούς τι σε λένε.  Αλατάκι και πιπεράκι απέ το μύλο τα ητρίβεις, 
Άμα τα ηζυμώσεις απαλά και για πολλή ώρα, θα το αφήκεις κάμποση ωρίτσα να ηπάει η μυρουδιά παντού στον κιμά. Μα κιοφτέδες, μα μπιφτέκια, μα σουτζουκάκια, ό,τι ηφκιάσεις με τον κιμά, μην τα ηβάλεις αμέσως μπρος για τηγάνι και φούρνο. Και να ηξεύρης που θέλει απαλό ζύμωμα κι όσο πιο πολλή ώρα μπορείς, τόσο καλύτερο θα γένει! 
Όσο έχεις αφήκει τον κιμά, ηφκιάχνεις τη σάλτσα. Τριμμένη ντοματούλα φρέσκια, σκορδάκι, μαϊντανό, ελιές απέ τσι πράσινες, χωρίς κουκούτσια που είναι. Αλατάκι και πιπεράκι, το κύμινο, κομματάκι ζαχαρίτσα να μην είναι ξινή. Κανέλα ηβάνουνε πολλοί αμά κανονικά δεν πρέπει, στα σουτζουκάκια το κύμινο και μπόλικο πρέπει για να "ηκούγεται"
Τσιγαρίζεις με κομματάκι βουτυράκι το σκορδάκι και τσι ελίτσες, ρίχνεις και τα υπόλοιπα, τα ηφέρνεις βόλτα και μετά τη ντομάτα. 
Όσο βράζει, ηπλάθεις τον κιμά. Ηπαίρνεις όσο ένα κουτάλι τση σούπας απέ το μείγμα και το ησφίγεις ξανά απαλά και πολλές φορές στση χούφτα σου. Τα πλάθεις όσο το μικρό σου δαχτυλάκι και τα ηξεκουράζεις δέκα λεπτά πάλι πριν τα τηγανίσεις. Μισό λάδι, μισό βούτυρο, τα ηρίχνεις σε φωτιά δυνατή, ίσια να ροδίσουνε απ' έξω κομματάκι. Άμα τα αφήκεις να καλοψηθούνε, δεν ημπορούνε να ηρουφήξουνε τη σάλτσα μετά. Στεγνά και σκληρά ηβγαίνουνε, αυτό να το προσέχεις! 
Έτσι που ηβράζει στο χαμηλό η σάλτσα, τα αγκαλιάζει και περνά μέσα τσους. Το λαδάκι με το βούτυρο που ητηγανίστηκανε, το ηρίχνεις μέσα στον τέντζερη. Η μάνα μου τήνε ήκαμε τη σάλτσα μετά το τηγάνισμα, ήβανε τα σουτζουκάκια σε πιατέλα κι ήπαιρνε το λαδάκι τσους για τα τσιγαρίσματα. Αμά πιο πολλή ώρα σε παίρνει έτσι, ενώ άμα ηγίνουντε ταυτοχρόνως να πούμε, ητοιμάζεται γληγορότερα το φαγί. 

- Πες συμπεθέρα μου και για το πιλαφάκι που τα ζευγαρώνεις για! Πως το πετυχαίνει μπρε παιδιά, σπυρί σπυρί κι άσπρο σαν το χιόνι γένεται! 
- Το ρυζάκι το πλένω δυο τρία νερά και το ηστραγγίζω στο τρυπητό. Άμα το βάνω στο νερό που βράζει, ηρίχνω και κομματάκι γάλα μέσα. Μετά το περεχύνω σε στρώσεις με το φρέσκο το βουτυράκι και δεν το ανακατώνω με την κουτάλα να μη λασπώσει. Δυο φορές τον τέντζερη ηκουνάω πάνου κάτου και του ηβάνω πεσκιράκι των πιάτων και το καπάκι από πάνω. Αυτό, ηπαίρνει τσι ατμοί που το χαλνούνε και γένεται σαν λαπάς. 
Άμα ηβάνεις στον στόμα σου το σουτζουκάκι, δόντια δε σε χρειάζουνται για! Λιώνει κι ηγιομίζει ο ουρανίσκος ηδονή!




Καβανόζι - Πήλινο δοχείο για τουρσί 

Μακαράς - Κουβαρίστρα 

Αντέτι - Συνήθεια - έθιμο

Τουλούμπα - Αντλία 

Τουλουμπατζήδες - Πυροσβέστες 

Μάσαλλαχ - Ο Θεός να δώσει 

Γαλέτζες - Τσόκαρα 

Κατσιβέλα - Γύφτισσα



7 σχόλια:

  1. Σ'εννοιες μ'έβαλες τζιέρι μου. Εχω μιά αγάπη με τα σουτζουκάκι και μια τρέλλα με το κύμινο. Μόνο που εδώ το χωρίζουν σε δυό κατηγορίες το απλό κύμινο και το ρωμαικό κύμινο. Το ρωμαικό κύμινο μυρίζει σαν το δικό μας. Το άλλο μου φαίνεται πολύ ελαφρύ. Ενώ όμως τόσο καιρό χρησιμοποιούσα τη σκόνη τώρα με βάζεις ν'αναθεωρήσω και να ψάχνω ολόκληρο το σπόρο. Θέλω διευκρινίσεις και θα σου στείλω εμαιηλ γι'αυτό. Αντε ζεβζέκα μου (χι-χι) φιλιά πολλά, με ξεσήκωσες πάλι με την γραφή σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μαιρούλα μου, ό,τι και να λέμε, τίποτα δεν είναι σαν το αυθεντικό.
    Οι σκόνες όσον αφορά τα μπαχαρικά είναι οι πιο διαδεδομένες και είναι βέβαια ευκολία να ρίχνεις όση ποσότητα θες και να το ξαναβάζεις στο ντουλάπι.
    Οι σπόροι υπάρχουν στα εδώ μπαχαράδικα, επίσης και μικροί τρίφτες με ψιλά δοντάκια.
    Αν δε βρεις, πετάγομαι ένα απογευματάκι για καφέ και σου φέρνω!χα χα χα!

    Φιλάκιααααααααααα!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελα εσυ κι εγώ θα σου φτιάξω και κουλουράκια γιά τον καφέ που έφτιαχνε η γιαγιά μου, σαν και τούτα >>> http://tastefull.files.wordpress.com/2009/04/102-0280_img.jpg

      Διαγραφή
  3. Λιώνει και ηγιομίζει ο ουρανίσκος υδονή......αυτό ακριβώς αίνιωσα διαβάζοντας για την Σουλτανα και τα σουτσουκακια ...τα σμυρνέικα...την επομενη φορα που θα τα κανω θα ακολουθήσω της συνβουλες της όσο γίνεται...να εισαι καλά .. να..γραφεις τοσο ζωντανά....φιλιά....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ρουλάκι μου, πολλά χρόνια θα ζήσεις, τώρα σεργιανούσα στο blog σου!

    Η αλήθεια είναι, ότι τα σουτζουκάκια τους ήταν σαν αφρός, μαλακά, ζουμερά και δυνατά στη γεύση. Πιστεύω ότι θα τα φτιάξεις τέλεια!

    Σ' ευχαριστώ πολύ, φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. καλησπερίζω και συγχαίρω για το πόστ...
    Γιαγιά απ' τ'Αιβαλί γιά και τα σουτζουκάκια το καλύτερό της...
    Σύσταση από τη Mary-Ginger το μπλογκ σας και την ευχαριστώ...-:))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλώς ήρθες Σπιρτοκουτάκι!

    Ευχαριστώ τη Μαιρούλα που όλο καλά λόγια λέει, όχι μόνο για μένα, αλλά για όλες σας έχει πάντα κάτι καλό να πει.
    Με τέτοια μερακλού γιαγιά, φαντάζομαι τι θα γεύεσαι!

    Θα σεργιανίσω το μπλογκ σου, φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή