.

.
.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Εσύ θα 'βρεις άλλο κορόιδο να μασάς!


Πέρασε με το έτσι θέλω στο σπίτι. Δίπατο, με πολυτελή επίπλωση, μύριζε το οικείο ακριβό άρωμα της "καθώς πρέπει δεσποινίδος" που περιποιόταν κάποτε στο κομμωτήριο. 
Η Φιλιώ φορούσε μεταξωτή γαλάζια μακριά ρόμπα κι ασορτί νυχτικό με δαντέλες. Τα μαλλιά της μπουκλάτα και λυτά έπεφταν στους ώμους, τα κοσμήματα στόλιζαν λαιμό και χέρια. Το μόνο που ήθελε η Σουλτάνα εκείνη τη στιγμή ήταν να της ρίξει ένα γερό χέρι ξύλο.

- Πάνε πολλά χρόνια Φιλιώ που έχομε να ειδωθούμε. Να σε πω την αλήθεια δεν έχεις αλλάξει και πολύ, λουσάτη κι αρωματισμένη όπως πάντα σε βρίσκω, μια χαρά κρατιέσαι! 
- Πως βρέθηκες εσύ εδώ από την Πόλη Σουλτάνα και τι δουλειά έχεις μέσα στο σπίτι μου; 
- Το σπίτι σου; Ο μπαμπάς σου κληρονομιά σε το άφησε; Πρόσεξε καλά, θα σε πω το πως έφτασα ως εδώ αμά κι εσύ θα με τα πεις όλα. Κι όταν σε λέω όλα, τις αλήθειες εννοώ. 

Προσπάθησε να τα μπαλώσει η Φιλιώ. Της είπε μια δακρύβρεχτη ιστορία, ότι έχασε την περιουσία της στα χαρτιά κι έμεινε χωρίς εισοδήματα. Ερωτεύτηκε αυτόν τον άνθρωπο χωρίς να ξέρει ότι ήταν παντρεμένος κι όταν το έμαθε ήταν πλέον αργά. Η Σουλτάνα δεν πίστεψε ούτε μια λέξη της και της το είπε. 

- Αλήθεια λέω Σουλτάνα, εσύ με γνωρίζεις εδώ και χρόνια, θυμάσαι να έδωσα ποτέ δικαίωμα σε κανέναν; 

- Που τα πουλάς αυτά μωρή; Για τόσο χαϊβάνι με πέρασες που θες να σε λυπηθώ κιόλας; Ποιος έμαθε ποτέ πούθε κρατάει η σκούφια σου και ποια τα γεννοφάσκια σου; 
Τόσες κυρίες τα συζητούσανε μπροστά μας ότι η καταγωγή σου ήτουνε άγνωστη. Ποιος είναι ο εφοπλιστής μπαμπάς σου που κανένας δεν εγνώριζε; Που ζούσες στην Πόλη  και  κανένας δεν ήξερε; Μπερδεμένα τα 'λεγες κι όλο πως πας ταξίδια και λείπεις καιρό για να θολώνεις τα νερά. Αμ, ο Θεός αγαπά τον κλέφτη μια, αγαπά πιο πολύ το νοικοκύρη όμως! Ξεχνάς που σε είδαμε να ψουνίζεις τα πρόστυχα που μόνο του δρόμου τα γύναια τα φορούνε; Ξεχνάς κείνα τα ποδόλουτρα συνέχεια και τις χαλάουες που σου 'κανα μπα και δεν είναι τα ποδάρια σου στην εντέλεια; Και το ΄παιζες και ηθική και κόρη τίμια. Και να σε πω, δικαίωμά σου να κάνεις όπως θέλεις στη ζωή σου, αμά τον παντρεμένο άθρωπο που ζεις μαζί του και τον ρουφάς το αίμα, να τόνε στείλεις πίσω στην οικογένειά του. Εσύ θα 'βρεις άλλο κορόιδο να μασάς! 
Και διες πως τίποτε δε μείσκει κρυφό σε τούτη τη ζωή, σε συναντάω για δεύτερη φορά απέ τα ψούνια σου. Τη μια στα εσώρουχα και την άλλη στις τουαλέτες σου. 
Και μη νομίζεις πως ήρτα να σε φοβερίσω απλά, θα μάθω καλά το ποιόν σου και θα τα πω όλα στον Σελετζίδη. Κάτι με λέει ότι τον έχεις πουλήσει παραμύθι, φαχισέ* της καλής κοινωνίας!


Χτύπησε με δύναμη την πόρτα πίσω της κι έφυγε αναψοκοκκινισμένη η Σουλτάνα. Ακόμα δε μπορούσε να χωρέσει το μυαλό της όλα όσα έγιναν. Σε δυο μέρες θα πήγαινε με τον  Ιάκωβο στην Πόλη για κάποιες δουλειές του και θα περνούσε κι εκείνη από όσους συγγενείς είχαν μείνει ακόμα εκεί. Πήρε για όλους δώρα καλά, υφάσματα, αρώματα, πομάδες, εσάρπες, μπούστα με δαντέλες και μεσοφόρια.  Η Φωτεινή και η Ανθούλα ήταν στην Ελλάδα, η Αθηνά κι ο Θόδωρος ήταν άγνωστο πότε θα πήγαιναν. Οι κουνιάδες της ήδη το είχαν αποφασίσει, θα πουλούσαν πρώτα τα σπίτια τους για να έχουν ένα γερό κομπόδεμα στη νέα πατρίδα. 
Το πρώτο που έκανε η Σουλτάνα, ήταν να περάσει από την παλιά της γειτονιά και το δρόμο που ήταν το μαγαζί του ανδρός της και το κομμωτήριο. Και τα δυο σε άλλα χέρια, άγνωστα. Σφίχτηκε η καρδιά της και δάκρυσε. Πήγε με λουλούδια στο νεκροταφείο να δει τους τάφους του Γιώργου και της πεθεράς της. Έμεινε αρκετά κι έκλαψε το χαμό τους, παραπονέθηκε στον άντρα της πως δε θα τον είχε πλάι της στις χαρές του γιου τους. Η πρώτη μέρα αφιερώθηκε στα αδέρφια και τα ανίψια της και την επόμενη θα πήγαινε στις κουνιάδες της. 

- Πήγα στης Ζωίτσας και ήτουνε κι η Λαμπρινή εκεί. Τα μιλήσαμε για τον Ιάκωβο, είπα και τα προβλήματα που είχανε τα συμπεθεριά. Όταν είπα για την ερωμένη του, η Ζωή αναστέναξε και με είπε ότι έτσι χάλασε πριν πολλά χρόνια και το σπίτι του ένας αξάδερφος του κουμπάρου τους. Πέντε σοκάκια πιο πάνω έμενε αυτή και την πλέρωνε τα νοίκια και τα λούσα της, με το δάχτυλο τήνε δείχνανε. Ψηλή και λεπτή με τρόπους καλούς κι ευγένεια, ντυμένη ακριβά, πλέρωνε χωρίς παζάρια τα καλύτερα. Κανείς δεν ήξερε από που ερχούτανε και που έβρισκε τόσοι παράδες. Στο σπίτι της που και που μπαίνανε διάφοροι καλοντυμένοι με αμάξια ακριβά και δυο αθρώποι την υπερετούσανε, στις δουλειές και τα ψούνια. Με τη γειτονιά σχέσεις δεν είχε, μια καλημέρα κουρού κουρού* κι αυτήνε άμα τηνε λέγανε πρώτα οι γειτόνοι. 

Ο κόσμος έχει μάτια παντού, μέρα και νύχτα. Άρχισαν τα κουσέλια στα σοκάκια και μια μέρα που γύρισε φορτωμένη πακέτα έγινε καβγάς μεγάλος στην πόρτα της.
Πίσω απ' τις κουρτίνες που παρακολουθούσαν οι γειτόνισσες, είδαν δυο γυναίκες να της ορμάνε και να τη μαυρίζουν στο ξύλο. Ήταν η σύζυγος με τη μάνα της που την ξεμάλλιασαν. Δεν πέρασε η βδομάδα κι εκείνη έφυγε αξημέρωτα και δεν την είδε κανείς από τότε. 
Καρφώθηκε στο μυαλό της Σουλτάνας ότι αυτή πρέπει να ήταν η Φιλιώ. Η περιγραφή ταίριαζε απόλυτα, όμως όνομα η Ζωίτσα δεν ήξερε. 

- Δεσποινίς Εξάρχου τηνε ξέρανε όλοι. Σε είπα, δεν είχε κουβέντες με κανένανε, αμά το επίθετο το είχε δώκει ο μικρός που παράγγελνε τα ψούνια του σπιτιού. 
- Φιλιώ τήνε λένε μπρε Ζωίτσα μου και κόβω το κεφάλι μου που είναι αυτή η αρσίζα. Ερχούντανε στο κομμωτήριο και φκιαχνούντανε συνέχεια και ξέρω πως είναι και κάτου απέ τα ρούχα της. Και γόβες ακριβές με αγκράφες απέ μας ψούνιζε, αμά όταν παντρευτήκαμε με τον αδερφό σου δεν τήνε πέτυχα ποτές στο μαγαζί, δεν επήαινα και συνέχεια βλέπεις...


Η Λαμπρινή, μέχρι εκείνη την ώρα κουνούσε απλά το κεφάλι κι έβριζε την αμορόζα του Θανάση που "τους χώρισε". 
 - Τον άντρα σου εσύ τον έδιωξες με τον κακό σου χαραχτήρα και μην τα συγκρίνεις! Η Ειρήνη είναι κυρία και καμιά σχέση δεν έχει με τις κοκότες! Ας είχες τα μυαλά σου στη θέση τους ζεβζέκα! 
- Όλες αυτές οι αρσίζες ίδιες είναι, έτσι κι εμένα με πήρε τον άντρα μου η παλιοβρόμα! Κι όσο γι' αυτήνε που λέτε τήνε ξέρω. Την έβλεπα καμιά φορά που πήαινα στο μαγαζί  και το 'χαμε κάνει και κουβέντα με το Γιώργο. Και στο κομμωτήριο και στα γύρω μαγαζιά τήνε έβλεπα που έμπαινε. 
- Μπρε, γιατί δε μιλάς τόση ώρα; Αυτή είναι, πάει και τέλειωσε, η Φιλιώ!  

Έτσι ήταν πάντα η Λαμπρινή όσον αφορούσε τα προβλήματα του κόσμου. Άκουγε, παρακολουθούσε τα πάντα και στο τέλος άνοιγε το στόμα της. 
Ακούστηκε, ότι πριν λίγα χρόνια σε μια βίλα στο Βόσπορο, οργάνωνε ο πλούσιος ιδιοκτήτης της ανατολίτικες βραδιές, με ναργιλέδες και χορούς οριεντάλ. Λίγοι κι εκλεκτοί απολάμβαναν τη λυγερόκορμη κοπέλα με το χρυσό φερετζέ να λικνίζεται μπροστά τους και μετά  χάνονταν στα πάνω δωμάτια. Κάποιος μεγαλέμπορος που σύχναζε εκεί, είχε πει ότι ήταν η καλύτερη φίλη της Φιλιώς, που του είχε φάει μια περιουσία.
Η Λαμπρινή αναστέναξε. 
- Αχ! Δείξε με το φίλο σου να σε πω ποιος είσαι, καλά τα λέανε οι παλιοί... 
- Και πως ήξερε ότι ήταν κολλητή της Φιλιώς, κυρία Σουλτάνα, μαζί τις είδε; 
- Ναι για! Πήαινε κι αυτή στη βίλα, εκεί τήνε γνώρισε. Ίδιες στην κοψιά ήτουνε, μόνο που η Φιλιώ ήτουνε κομμάτι της αριστοκρατίας! Αφού τους κορόιδευε όλους η αρσίζα! Η άλλη πήαινε με παραλήδες κι ας ήντουνε και  βόδια,  αρκεί να είχανε την πορτοφόλα φουσκωμένη. Η Φιλιώ ήθελε μορφωμένους και με διπλώματα, λες και για να γένει η κακιά δουλειά χρειαζούτανε πτυχίο! Χα χα χα! Τους επούλαε μούρη με τα τούτα κι εκείνα, ήτουνε η αλήθεια και πολύ κατατοπισμένη στα πάντα να πούμε, κι αυτοί επέφτανε στη λούμπα! Όπως και να το πεις, άλλο να τήνε πάρεις απέ τους μαχαλάδες που τις βρίσκεις με την οκά να ψουνίζονται και τις έχουνε περάσει όλοι κι άλλο να βάλεις στο κρεβάτι σου μια που δείχνει καθώς πρέπει κι ας μην είναι. Κοκορεύεσαι και στις φίλοι και τήνε κυκλοφορείς και δε γένεσαι ρεντίκολο άμα ανοίγει τον στόμα της. Η ουσία βέβαια, ίδια είναι, πόρνη η μια, πόρνη κι η άλλη. 

Μπούκωσε τη Μυρτώ μ' ένα κομμάτι σαλάμι και συνέχισε. 
- Δυστυχώς, κανείς δεν ξέρει τι τόνε περιμένει σ' αυτή τη ζήση. Η γυναίκα να μη ξενοιάζει ποτές της και να έχει πάντα τα μάτια της ανοιχτά, τον άντρα της πρέπει να τόνε βλέπει σαν ερωμένο πάντα. Πως πας να διεις τον φίλο σου και βάνεις τα καλύτερα και μπανιαρίζεσαι και σενιάρεσαι για να σε βλέπει όμορφη και να σε λιμπίζεται; Θαρρείς που άμα βάλεις την κουλούρα έδεσες το γάιδαρό σου; Όχι βέβαια, η επιτήδεια πάντα παραμονεύει να τόνε γραπώσει. Κι εκεί θα  χαλαλίσει και τις παράδες του, για τήνε βλέπει στολισμένη και να τήνε χαίρεται. Άμα η νόμιμη είναι αδιάφορη, πάει, το 'χασε το παιχνίδι.
Σε τρεις μέρες χτύπησε πάλι την πόρτα της. Αυτή τη φορά η Φιλιώ ήταν προετοιμασμένη και προσπάθησε να την καλοπιάσει, το Σελετζίδη δεν σκόπευε να τον αφήσει, Η Σουλτάνα της είπε όλα όσα έμαθε και την απείλησε ότι θα πάει προσωπικά να του τα πει. Εκεί η Φιλιώ κατάλαβε ότι θα έχανε το παιχνίδι, είχε στοιχεία αδιάψευστα, ήταν αποφασισμένη και κινδύνευε να χάσει το φουσκωμένο πορτοφόλι. Αποφάσισε να μην υποχωρήσει, χαμένη ήταν έτσι κι αλλιώς. 
- Κακό της κεφαλής σου Φιλιώ, δε θέλω να σε διω ποτέ ξανά μπροστά μου, βρομοθήλυκο! 

Το μεσημέρι τη βρήκε να κάθεται στο γραφείου του Σελετζίδη. Όλα θα τέλειωναν εκείνη τη μέρα κι ο Θεός να έβαζε το χέρι του.



Φαχισέ - Πόρνη 

Κουρού - Ξερά

6 σχόλια:

  1. Από το πρωί μπαίνω και διαβάζω...
    Με σύστησε η φίλη Ginger και χάρηκα που πέρασα το κατώφλι...

    Υπέροχος ο τρόπος διήγησης και μαγικές στιγμές!!
    Ξεδιπλώνονται μπροστά μου οι φιγούρες..

    Σε χαιρετώ και ευχαριστώ για την αντάμωση από τον "καυτό" Πειραιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλώς την υπέροχη γιαγιά!
    Η Gingerούλα μας ανέλαβε δημόσιες σχέσεις βλέπω...χα χα χα!

    Σ΄ευχαριστώ πολύ αγαπημένη μου γειτόνισσα, να είσαι πάντα καλά γλυκιά μου.
    Όσον αφορά για τον τρόπο διήγησης, πες τα μου να μη στα πω, είσαι απίθανη!

    Φιλάκια πολλά "αντικαυσωνικά"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαιρούλα, μου κάνει πολύ κέφι να μοιράζομαι με φίλους ότι διαμαντάκι βρίσκω. Το κάνω με τις ιδέες και δεν θα το κάνω με τους ανθρώπους? Οτι μ'ενθουσιάζει το διαδίδω. Σιγά μη σε άφηνα κρυμμένη! Φιλιά

      Διαγραφή
  3. Χα χα χα! Γειααα σου Μαιρούλα μου γλυκιά!

    Καλέ, μοιάζουμε σ' αυτό, ό,τι καλό ξέρω δεν το κρατάω για μένα!
    Το διαμαντάκι εγώ είμαι; Υπερβολικούλα μου εσυυυυυυ!

    Φιλάκια πολλά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ααααα οτι βλεπω λεω. Αυτη την ομορφη πλευρα μου δειχνεις μ αυτη σεκρινω. ας ειμασταν ολοι οι ανθρωποι ετσι και θα βλεπες σε τι παραδεισο θα ζουσαμε. Φιλιά

      Διαγραφή
  4. Μαιρούλα μου, ο παράδεισος φτιάχτηκε για τους ανθρώπους. Μόνο που εμείς δεν ζούμε εκεί, γιατί πάψαμε να είμαστε άνθρωποι δυστυχώς...

    Μπορούμε όμως να φτιάξουμε ένα μικρό, δικό μας, που δε θα χωράει η κακία και η αδιαφορία και θα είναι γεμάτος αγάπη, πολλή αγάπη! Έτσι, θα βλέπουμε τη ζωή με άλλα μάτια. Όταν μοιράζεσαι ό,τι σε στενοχωρεί κι έχεις ανθρώπους δίπλα σου, νιώθεις ασφάλεια και το ξεπερνάς πιο εύκολα.

    Φιλάκια πολλά γλυκούλα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή